10 Απρ 2007

Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΙΟΚΑΊΤΣΑΣ



Η φύση της Παλιοκαίτσας

ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ




Από τον Άϊ Γιώργη και την Παναγία στην Παλιοκαίτσα

8 Απρ 2007

ΒΟΣΚΟΣ

O βασιλιάς του βουνού και του λόγγου

O βασιλιάς του βουνού και του λόγγου ο άρχοντας της φύσης. Ζει κοντά στις δροσερές βρυσούλες, αναπνέει τον καθαρό και φρέσκο αέρα, αγναντεύει πέρα το λόγγο ίσα που φτάνει το μάτι .Ξέρει τον τόπο σπιθαμή προς σπιθαμή. Ελεύθερος πέρα για πέρα, άνθρωπος της φύσης εκατό τοις εκατό, ολιγαρκής, ανοιχτόκαρδος , καλοσυνάτος και άμα σε βρει της καρδιάς του σε σταυρώνει για κουβέντα . Ποιος είναι αυτός; Αν δεν καταλάβατε είναι ο Καϊτσιώτης τσοπάνης.
Άνθρωπος ταλαιπωρημένος αλλά αγνός, φιλόξενος και καλοσυνάτος. Σα τον ρωτήσεις αν είναι ευχαριστημένος από τη ζωή του θα σου απαντήσει με μια αφοπλιστική αφέλεια ότι δεν του λείπεται τίποτα. Ότι μπορεί να ταλαιπωρείται λίγο αλλά έχει τον καθαρό του αέρα ,το φαγάκι του και προπαντός την ησυχία του και την ηρεμία του. Αυτά είναι αρκετά και πολύ σημαντικά. Και είναι η δουλειά γι αυτόν εκτόνωση και χαρά. Και επειδή όλη τη μέρα περπατά δεν ξέρει, ούτε άκουσε ούτε θα μάθει ποτέ, τι είναι χοληστερίνη, τριγλυκερίδια, πρόβλημα με καρδιά, άγχος. Και είναι το περπάτημα υγεία το λένε και οι γιατροί.
Και μην τολμήσει κανένας ΑθηναιοΚαϊτσιώτης να παραβγεί μαζί του στο περπάτημα. Θα του βγει η γλώσσα γραβάτα (κι ας έχει ο τσοπάνος μας διπλάσια ηλικία από αυτόν).Και μην ρωτήσει ποτέ πόσα πρόβατα ή γίδια έχει , δεν θα πάρει απάντηση ή στην καλύτερη περίπτωση θα πάρει μια ασαφή απάντηση της μορφής «έ, καμία κατοστή » και ας έχει κοντά στα διακόσια.
Ο τσοπάνος ποτέ δεν μετράει τα ζωντανά του. Το έχει σε κακό είναι λέει γρουσουζιά, ξέρει όμως με μια ματιά που θα ρίξει ποιο ή ποια πρόβατα ή γίδια λείπουν από το κοπάδι.
Και αν τον παραινέσεις να πουλήσει τα ζωντανά για να ησυχάσει και να ξεκουραστεί ή θα σε κακίσει για τις κουβέντες που λες ή θα συμφωνήσει μαζί σου, όμως ποτέ δεν θα το κάνει, γιατί σκέφτεται μέσα του ότι αυτός είναι ελεύθερο πουλί και θέλει να γκιζεράει όλη την ημέρα δώθε – κείθε. Να ανεβοκατεβαίνει τις ράχες, να ακούει τον κούκο που προμηνά την άνοιξη και το γλυκόλαλο αηδόνι που το λέει μες τα πυκνά φυλλώματα της ρεματιάς, να πίνει δροσερό νερό απ΄τις πηγές και τις βρύσες , να ξαπλώνει τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια κάτω από τα βαθύσκια πλατάνια της παλιάς βρύσης και του Αη –Γιώργη. Στο πέρασμά του να ανοίγει τα ξωκλήσια και να ανάβει τα καντήλια, να μαζεύει ραδικάκια για την κυρά του ή για να τα πάει πεσκέσι σε κάποιον γείτονα ή φίλο.
Άμα όμως πουλήσει τα ζωντανά θα είναι υποχρεωμένος να κάθεται σπίτι. Αυτή η σκέψη και μόνο τον τρελαίνει. Δεν την μπορεί αυτός τέτοια ζωή φυλακισμένη.
Ο τσοπάνος συμπάσχει και πονά για τα ζωντανά του και πολλές φορές είναι ο ίδιος πρακτικός κτηνίατρος. Και βέβαια έχει σύντροφο πιστό φίλο και βοηθό του στη δουλειά το σκύλο του, τον «μούρκο» ή τον «παρδάλη» .
Κάποτε το δάσος του χωριού μας οι ραχούλες και τα λαγκάδια «έβαζαν» (βούιζαν) από τα κυπροκούδουνα των κοπαδιών. Χιλιάδες τα γιδοπρόβατα, εκατοντάδες τα γελάδια. Κόσμος πολύς, ιδίως την άνοιξη και το Καλοκαίρι ανεβοκατέβαινε στο λόγγο.
Σιγά- σιγά όμως τα κοπάδια λιγόστευαν, οι άνθρωποι εγκατέλειπαν την κτηνοτροφία και έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς ή ασχολιόντουσαν με τη γεωργία. Γιατί κακά τα ψέματα «βαριά η καλογερική» δεν είναι εύκολο πράγμα η κτηνοτροφία, σε θέλει ολοχρονίς αφοσιωμένο. Τα ζωντανά δεν καταλαβαίνουν Χριστούγεννα , Πάσχα, γιορτές. Έχει και αυτό το επάγγελμα τις δυσκολίες του. Το Χειμώνα γεννάνε τα περισσότερα ζωντανά και πρέπει ο τσοπάνος να είναι εκεί, παρών όλες τις ώρες να βοηθήσει , να ξεγεννήσει και να περιποιηθεί. Ακόμη, με τη βαρυχειμωνιά τα ζωντανά μπορεί να μένουν μεν μέσα στο μαντρί αλλά θέλουν τροφή και νερό. Ας μη μιλήσουμε για το άρμεγμα. Την Άνοιξη και το Καλοκαίρι είναι μεν πιο εύκολα τα πράγματα, αλλά και πάλι δεν λείπουν οι φροντίδες και τα «κεντέρια». Σκληρή η δουλειά και οι απολαβές δυστυχώς μικρές.
Σήμερα στο χωριό μας η κτηνοτροφία όπως και η γεωργία είναι και αυτή σε φθίνουσα πορεία. Γιατί ; Γιατί δεν φρόντισε η κεντρική εξουσία, το Υπουργείο Γεωργίας (ακόμη δεν μπορώ να κατανοήσω τι δουλειά έχει το Υπουργείο Γεωργίας στο Κέντρο της Αθήνας) να δώσει ώθηση και μέλλον στην ντόπια κτηνοτροφία, γιατί οι τιμές (κρέατος και γάλακτος) είναι εξευτελιστικές, γιατί γίνονται μαζικές εισαγωγές ξένου κρέατος.(βλέπε τρελές αγελάδες και τρελές προβατίνες). Πολλά τα γιατί.
Λίγοι πλέον ασχολούνται με την κτηνοτροφία και οι περισσότεροι έχουν ηλικία πάνω από 60 χρονών
Σ’ αυτούς λοιπόν τους λίγους αλλά εκλεκτούς ανώνυμους θεματοφύλακες, φρουρούς και προστάτες της Καϊτσιώτικης υπαίθρου αφιερώνω αυτό το κείμενο. Αυτούς που ακόμα επιμένουν να φυλάνε Θερμοπύλες, που αντιστέκονται στις προκλήσεις των καιρών.
Υ.Γ. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους οφείλουμε και κάτι άλλο. Την διατήρηση της γνήσιας γεύσης του τυριού, πρόβειου ή γίδινου, του «βραστόγαλου» και του πασχαλινού οβελία.

2-4-2007
Δ.Γ.Μπουλούζος