28 Σεπ 2008

Η ΚΑΪΤΣΑ (ΜΑΚΡΥΡΡΑΧΗ) ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

          Η συντακτική επιτροπή της εφημερίδος αποφάσισε να ξαναδημοσιεύσει την ιστορία του χωριού μας, όπως αυτή διασώθηκε μέχρι σήμερα, από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, με σκοπό να την μάθουν και οι νεώτεροι, αλλά και για να αποτελέσει ακόμη μία γραπτή μαρτυρία, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πολλά γραπτά στοιχεία που να αναφέρονται σ’αυτήν.

          Οι ασχολούμενοι με την ηλεκτρονική μορφή επικοινωνίας θα έχουν τη δυνατότητα να διαβάσουν την ιστορία της Καίτσας και μέσα από την ιστοσελίδα του συλλόγου μας.

          Έρευνα γύρω από την αρχική ονομασία του χωρίου «Καίτσα» αλλά και την ιστορική προέλευσή του έγινε, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας, από τρεις αξιόλογους συγχωριανούς, τους κ.κ. Κων/νο Κούτσικα, Χαρίλαο Πατρίδα και Δημ.Κουτρούμπα. Εξ αυτών οι δύο πρώτοι εξέδωσαν βιβλία ενώ ο τρίτος δημοσίευσε σχετική μελέτη το 1992 στον 5ο τόμο της εκδόσεως «ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΔΟΜΟΚΟΥ».

          Θα αρχίσουμε λοιπόν να ξετυλίγουμε το κουβάρι της ιστορίας του χωριού μας από την μελέτη του Δημ.Γ.Κουτρούμπα, Διδάκτορα Ιστορίας, Γεν Επιθεωρητή Μ.Ε.

 

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΗΜΕΡΑ

 

          Η Καίτσα (Μακρυρράχη) βρίσκεκται δυτικά και σε απόσταση 16 χιλ. από τον Δομοκό, πάνω από τις δυτικές όχθες της άλλοτε λίμνης Ξυνιάδας και σε απόσταση 2,5 χλμ. Από τον σιδηροδρομικό σταθμό Αγγειών.

         Ανήκει από το 1974 (ΦΕΚ 187/2.7.74) στο Νομό Φθιώτιδας και συνορεύει : ανατολικά με τα χωριά Αγόριανη, Παναγιά και το λεκανοπέδιο της πρώην λίμνης Ξυνιάδας, βόρεια με Κτιμένη, δυτικά με Κυδωνιά και Μεσοχώρα (Πάπα) και νότια με Περιβόλι και Ασβέστης. ΄Εχει έκταση 51 χιλιάδες τ.μ., εκ των οποίων 8.300 στρέμματα είναι καλλιεργήσιμη γη και άνω των 35.000 δασωμένες εκτάσεις. Μέση στάθμη υψόμετρου 540 μέτρα. Κατά την απογραφή του 1991 οι κάτοικοι ήταν 508 ασχολούμενοι με τις γεωργικές καλλιέργειες. Υπάρχουν 30 τρακτέρ πλήρη, 25 αρτεσιανά για πότισμα των κτημάτων και από πλευράς κτηνοτροφίας 2.200 αιγοπρόβατα και ελάχιστα άλλα ζώα. Οι περισσότεροι Καϊτσιώτες διαμένουν μόνιμα πλέον στη Λαμία, στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της πατρίδας μας, αλλά και στο εξωτερικό.

        Η Καίτσα είναι γνωστή για τα θειούχα λουτρά και για το γεγονός ότι στο παλιόκαστρο εντοπίζεται η αρχαία Δολοπική πόλη ΑΓΓΕΙΑΙ, καθώς και η ΚΥΠΑΙΡΑ. Η ωραία και αμφιθεατρική τοποθεσία προς δυσμάς του λεκανοπεδίου της αποξηραμένης λίμνης Ξυνιάδας, πάνω στην οποία είναι κτισμένη, και η πολυκύμαντη ιστορία της, από τότε που κτίστηκε το καινούριο χωριό (1900) μέχρι σήμερα, προσδίδουν σ’αυτή μια αίγλη και συμβάλλουν στη φήμη της.

        Πολλοί Καϊτσιώτες είναι σήμερα εξαίρετοι επιστήμονες, διακεκριμένοι επιχειρηματίες και σχεδόν, χωρίς εξαίρεση, όλοι αξιοπρεπείς και έντιμοι στην κοινωνία.

 

 

 

 

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΪΤΣΑ και ΜΑΚΡΥΡΡΑΧΗ

 

        Το χωριό από την ίδρυσή του και μέχρι το 1928 ονομαζόταν ΚΑΪΤΣΑ. Κατά το 1927, ο Καϊτσιώτης δάσκαλος του χωριού, και κοινοτικός γραμματέας συγχρόνως, ανταποκρινόμενος στην απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών να αλλαγούν οι θεωρούμενες ξενόφερτες ή κακόηχες ονομασίες των χωριών σε εύηχες ελληνικές, πρότεινε το όνομα ΜΑΚΡΥΡΡΑΧΗ. Ο δάσκαλος Γιάννης Οικονόμου εμπνεύσθηκε το όνομα από τη μακρυά ράχη πάνω στην οποία κτίσθηκε το καινούριο χωριό, που μεταφέρθηκε γύρω στα 1900 από την ορεινή Παλιοκαίτσα. Από Μακρυά Ράχη έγινε Μακρορράχη και τελικά οριστικοποιήθηκε ως ΜΑΚΡΥΡΡΑΧΗ.

        Η υπουργική απόφαση περί μετονομασίας του χωριού από Καίτσα σε Μακρυρράχη. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως το 1928 (ΦΕΚ Α΄ 81/14.5.1928).           

         Το 1927 στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύθηκαν και οι αποφάσεις για τη μετονομασία των γειτονικών χωριών Χαλαμπρέζι σε Κέδρος, Ασλανάρι σε Λεοντάριον και Αμαρλάρι σε Αχλαδιά, ενώ η Δρανίστα μετονομάσθηκε σε Κτιμένη και το Τσαμάσι σε Ανάβρα (ΦΕΚ 305/22.12.1927).

          Την ονομασία ΚΑΪΤΣΑ δεν είναι βέβαιο πότε και γιατί την έλαβε το παλιό χωριό, που ήταν κτισμένο στο λόφο γύρω από τον παλιό ναό της Παναγίας, όπου σώζονται ακόμη τα θεμέλια των σπιτιών. Πάντως αυτό έγινε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Υπάρχουν και οι τύποι Καγίτσα και Καίτζα σε παλιά έντυπα.

          Το τοπωνύμιο Καίτσα, κατά τη γνώμη και του έγκριτου αρχαιολόγου Παν. Πυριοβολή, προέρχεται από το αρχαίο από το αρχαίο ρήμα «κάγιομαι=καίομαι». Η αρχική λέξη Κάγισσα μετεξελίχθηκε σε Κάγιτσα και ύστερα σε Καίτσα. Η προέλευση της λέξης σύμφωνα και με τη διασωζόμενη παράδοση άλλωστε, οφείλεται σε διαδοχικές πυρκαγιές του χωριού ή σε κάτι σχετικό. Δεν είναι ακόμη βέβαιο αν το τοπωνύμιο Καίτσα υπήρχε πριν την εγκατάσταση των πρώτων κατοίκων ή δόθηκε από εκείνους, που ήλθαν από κάποια άλλη Καίτσα, για να θυμούνται την καταγωγή τους. Υπάρχει η σχετική άποψη ότι το χωριό αυτό, απ’όπου ήλθαν οι πρώτοι Καϊτσιώτες, ήταν η Καίτσα της Πάργας. Μια άλλη άποψη είναι ότι οι πρώτοι κάτοικοι προέρχονταν από τα μέρη του Σουλίου, που διατηρείται ακόμη στην προφορική παράδοση της Καίτσας. Το χωριό Καίτσα της Κοινότητας Γκρίκας του Σουλίου, νομού Θεσπρωτίας ως τόπο προελεύσεως των Καϊστιωτών προτείνεται και από άλλους ιστοριογράφους.

 

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΝΑ ΒΡΕΘΕΙ Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ

 

          Ήδη από όσα μέχρι τώρα γράφτηκαν, διατυπώθηκαν απόψεις ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Καίτσας κατάγονταν από την Πάργα, το Σούλι της Ηπείρου κλπ. Δεν έχουμε τη δυνατότητα επαληθεύσεως.

           Κατά τον αείμνηστο δάσκαλό μας, εκ προγόνων επίσης Καϊτσιώτη, Αντώνη Οικονόμου και ανιψιό του παλιότερου Γιάννη Οικονόμου, που πρότεινε την ονομασία Μακρυρράχη, στο κατάλοιπο χειρόγραφό του «Περί της ιστορίας του χωριού και των Προγόνων μας», το ιστορικό της εγκαταστάσεως στη θέση της Παλιοκαίτσας έχει ως εξής : «Η Καίτσα (σαν χωριό)» λέει ο δάσκαλος, «βρισκόταν προ της καταλήψεως της Ελλάδος από τους Τούρκους (σ.σ. στα 1395 ή 1420;) στη θέση ΜΠΑΜΠΑΛΗ ΚΙΟΣΚΙ, που βρίσκεται βορείως της γέφυρας της σιδ.γραμμής (σ.σ. βορείως του Σιδηροδρομικού Σταθμού) που παλιά ήταν μια μεγάλη πηγή και που τότε το χωριό λεγόταν ΛΑΓΚΑ.

              Όταν ήλθαν οι Τούρκοι, έδιωξαν τους κατοίκους και εγκατεστάθηκαν αυτοί στο χωριό, ενώ οι κάτοικοι ανέβηκαν στο Παλιοχώρι.

Μαζί με τους Λαγκιώτες εξεδιώχθησαν και οι κάτοικοι άλλων δύο χωριών, της Αγίας Τριάδος (Δερελί) και του χωριού, που βρίσκονταν στις Πέντε Βρύσες (του Νεζερού).

              Τα χωριά αυτά πυρπολήθηκαν για μια βραδιά από βλάχους. Η αιτία, συνεχίζει ο Αντώνης Οικονόμου, ήταν η εξής : Οι Βλάχοι περνούσαν απ’ εκεί με νύφη από τη Θεσσαλία προς Φθιώτιδα και οι Τούρκοι τους πήραν τη νύφη. Σε λίγο καιρό μετά έμασαν (οι Βλάχοι) μεγάλη ομάδα και σε μια βραδιά έκαψαν και τα τρία αυτά Τουρκοχώρια».

               Εδώ βλέπουμε μια άλλη άποψη, ότι στην Παλιοκαίτσα εγκαταστάθηκαν οι διωχθέντες από τη Λάγκα, που βρισκόταν στην πλαγιά, βόρεια της θέσεως του σημερινού σιδηροδρομικού σταθμού Αγγειών, κατά την πληροφορία του Αντώνη Οικονόμου, που και αυτός μεταφέρει μνήμες παλαιοτέρων. Δεν έχουμε άλλες σαφείς και μάλιστα γραπτές μαρτυρίες μέχρι τώρα για τα πρώτα στάδια εγκαταστάσεως και εξελίξεως του χωριού.

              Μπορούμε όμως να συμπεράνουμε μερικά στοιχεία από τα πιστοποιητικά που χρησιμοποιούσαν οι απόγονοι των Καϊτσιωτών αγωνιστών του 1821 στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν κάποια ευεργετήματα από την ονομαζόμενη «Επιτροπή Εκδουλεύσεων» του Ελληνικού Κράτους. Τα πιστοποιητικά αυτά είναι έγκυρα, αφού εκδόθηκαν από δικαστικές και δημοτικές αρχές και φέρουν υπογραφές σπουδαίων αξιωματικών και καπεταναίων του 1821, όπως του υποστρ. Μήτσου Κοντογιάννη, του Κλίμακα, του Χριστόφορου Περραιβού, του Γιάννη Στράτου, που σκοτώθηκε στο Μεσολόγγι, και άλλων.

            Τα χειρόγραφα αυτά, βρίσκονται στο Αρχείο Αγωνιστών του τμήματος Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, επί της οδού Πανεπιστημίου.

        Οι πληροφορίες αυτές για την Καίτσα αντλούνται από τα πιστοποιητικά δράσεως των 8-9 Καϊτσιωτών αγωνιστών του 1821. Μαζί με αυτούς ασφαλώς αγωνίστηκαν και άλλοι Καϊτσιώτες, για τους οποίους δεν έχουμε πληροφορίες. Οι Καϊτσιώτες εκείνοι λοιπόν αποκαλούσαν ανενδοίαστα την Καίτσα των «Οθωμανικών Αγράφων» ως πατρίδα τους. Αυτό σημαίνει, πως αυτοί γεννήθηκαν στην Καίτσα, όπου κατοικούσαν και οι γονείς τους. Άρα το χωριό ήταν αρκετά παλιότερο και πάντως κτίσθηκε πολύ πριν από το 1800.

         Μοναδική όσο και πολύ σημαντική φαίνεται η πληροφορία που δίδει ο Καρυώτης δάσκαλος Δημήτριος Βας. Καράλης στην προαναφερόμενη «Ιστορία της Επαρχίας Δομοκού», που την μεταφέρουμε αυτούσια : « Η Καίτσα (Μακρυρράχη) ιδρύθηκε στα 1780 από τους Κοτρουμπαίους, Κουτσικαίους, Καρατσολαίους, Οικονομαίους, Πετραίους, Σακελαραίους, Σαρανταίους, Τσιριμωκαίους και Κλαραίους. Οι δύο τελευταίες φάρες….εγκαταστάθηκαν από παλιά στη Λαμία και απόγονοί τους ήταν ο Άρης Βελουχιώτης (Κλάρας) και ο πολιτικός Ηλίας Τσιριμώκος.

      Η πληροφορία όμως αυτή οπωσδήποτε δεν είναι σωστή ως προς τις δύο τελευταίες φάρες. Διότι οι μεν γνωστοί πολιτικοί Τσιριμωκαίοι, κατάγονται από το Μαυρίλο, στο οποίο πιθανώς ήρθαν από την Ήπειρο, οι δε Κλαραίοι (του Βελουχιώτη) εγκαταστάθηκαν στη Λαμία προερχόμενοι από τη Στυλίδα και δεν έχουν καμμία σχέση με την Καίτσα.

      Πριν όμως προχωρήσουμε στην δράση των Καϊτσιωτών αγωνιστών του 1821 και στην ιστορία της Καίτσας μετά τον μεγάλο εκείνο απελευθερωτικό αγώνα, σκόπιμο είναι να αναφερθεί περιληπτικά και η ιστορία των αρχαίων κατοίκων της περιοχής του χωριού μας.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ

 

    Όπως είναι γνωστό, η παλιά Καίτσα ήταν κτισμένη κοντά στο Παλιόκαστρο, στο οποίο σώζονται ερείπια αρχαίου και ισχυρού τείχους. Σώζονται ακόμη τετράγωνες αίθουσες σκαλισμένες στο ΒΔ μέρος του κάστρου, καθώς και πολλά θραύσματα πήλινων αγγείων προπαντός γύρω από τη βρύση του κεραμαριού (κεραμιδαριού).

     Πολλές επίσης επιτύμβιες στήλες βρέθηκαν στο χώρο, που έγινε η νέα εγκατάσταση του χωριού, στη Μακρυά Ράχη. Ασφαλώς τα κατάλοιπα του πολιτισμού αυτού ανάγονται στην προχριστιανική εποχή, και μάλιστα στην εποχή των Δολόπων, που έζησαν πάνω από μία χιλιετία μέχρι τον 1ο π.χ. αιώνα, στα μέρη αυτά που άρχιζαν από τις παρυφές της λίμνης Ξυνιάδας και εκτείνονταν μέχρι την Αργιθέα των Αγράφων, την Αθαμανία, την Απεραντία, την Αιτωλία κλπ. Η αρχαία πόλη των Αγγειώνήταν μία από τις σημαντικότερες οχυρωμένες πόλεις των ΔΟΛΟΠΩΝ και η οποία εντοπίσθηκε από τον αρχαιολόγο Α.Αρβανιτόπουλο το 1911 στο Παλιόκαστρο, καθώς και από άλλους ερευνητές. Από τις επιγραφές των επιτυμβίων στηλών, που βρέθηκαν στην περιοχή του χωριού, επτά αναφέρει ο Θ.Καρατζάς στο βιβλίο του και εξ αυτών καταχωρούνται οι παρακάτω τρεις σύντομες :

«ΓΛΑΥΚΑ ΝΙΚΑCΙΒΟΥΛΟΥ ΑΜΦΙΣΤΡΑΤΟΣ»,

«ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟC ΑΥΤΟΒΟΥΛΟΥ ΕΥΒΟΥΛΟΝ….ΑΡΜΟΔΑΜΟΥ ΗΡΩΑ»

«ΕΥΤΥΧΟΣ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΕΥΤΥΧΟΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑC ENEKEN ΗΡΩΑ»

 

     Η τελευταία βρισκόταν στη βρύση «Κατούρο» από όπου εκλάπη περί τα τέλη του 1980.

      Στην ιστορία των Δολόπων αναφέρονται πολλοί αρχαίοι ιστορικοί, όπως : Στράβων, Θουκιδίδης, Διόδωρος Σικελιώτης, Ξενοφών κ.ά. Το βέβαιον είναι ότι η πόλις των ΑΓΓΕΙΩΝ βρισκόταν στην περιοχή της Καίτσας, όπως επιβεβαίωσε (1934-1935) ο καθηγητής της αρχαιολογίας Α.Αρβανιτόπουλος, έπειτα από έρευνα στην περιοχή Παλιοχωρίου Καίτσας και στη Ρεντίνα, στον φοιτητή του και συμπατριώτη μας, φιλόλογο λυκειάρχη Κώστα Τσεκούρα. Η πόλη αυτή των ΑΓΓΕΙΩΝ ήταν ή δεύτερη κατά σειρά οχυρωμένη πόλη των Δολόπων, από τις πλουσιότερες, η οποία καταστράφηκε από τους Αιτωλούς το 198 π.χ.

      Απόδειξη ότι η δολοπική αυτή πόλη των ΑΓΓΕΙΩΝ ήταν πλούσια και ισχυρή, είναι το γεγονός ότι μόνη αυτή μπορούσε να στείλει αντιπρόσωπο ιερομνήμονα, ως εκπρόσωπο και όλης της Θεσσαλίας, στο Αμφικτυονικό Συνέδριο με ψήφο, κατά τα έτη 130-129 και 117-116 π.Χ. Πιθανολογείται μάλιστα ότι οι Αγγείες ήταν πρωτεύουσα των Δολόπων, γι’ αυτό και οι Αιτωλοί, εκδικούμενοι τους Δόλοπες, αρκέστηκαν μόνον στην καταστροφή των Αγγειών το 198 π.Χ. και στη συνέχεια υποχώρησαν προς την Υπάτη.

      Επίσης από επιτύμβια στήλη που διασώζεται στο Μουσείο Βόλου με επίγλυφη ωραία παράσταση τοξότη και την υπογραφή «Αγγειάτης Τοξότης» συμπεραίνουμε ότι οι Αγγειάτες διακρίνονταν για την ικανότητά τους ως τοξότες.

     Όπως βεβαιώνουν οι αρχαίοι ιστορικοί Πτολεμαίος και Λίβιος, εδώ ήταν επίσης και η πόλη ΚΥΠΑΙΡΑ. Ενδεχομένως η Κύπαιρα να διαδέχθηκε τις Αγγείες μετά την καταστροφή τους το 198 π.Χ. ή να συνυπήρχαν.

      Οι Αγγείες έλαβαν το όνομα από τα ωραία αγγεία, που κατασκευάζονταν στο κεραμαριό = κεραμιδαριό, γύρω από τη βρύση κάτω από το Παλιόκαστρο.

       Κατά τη Βυζαντινή περίοδο ο τόπος ονομαζόταν ΑΝΩΒΛΑΧΑ. Επί Τουρκοκρατίας ο τόπος ανήκε στο Πασαλίκι Ναυπάκτου από το 1499 και εξής.

       Στο βιβλίο του Ν.Γεωργιάδη «Η Θεσσαλία, 1880», σελ. 326, η Καίτσα κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ανήκε στο ανατολικό ΚΟΛΙ του Καζά των Αγράφων, ένα από τα τέσσερα στα οποία διαιρούνταν τότε τα Άγραφα, στο ΡΕΝΤΙΝΑ ΚΟΛΙ. Τα υπόλοιπα χωριά του Αν.Κόλι ήταν εκτός από την Καίτσα, η Ρεντίνα, η Δρανίστα, η Γιαννιτσού, το Σμόκοβο, το Θραψίμι, ο Άγ. Ιωάννης, η Απιδιά, το Λακρέσι, η Φωτιάνα και η Πάπα.

 

Η ΚΑΊΤΣΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821

 

      Κατά την εποχή του μεγάλου ξεσηκωμού το 1821 και η Καίτσα, ένα από τα 85 χωριά των Αγράφων, με τα 7.685 σπίτια και τους 50.000 κατοίκους (ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τόμος 12, σελ.18 «Περιήγηση Ληκ στη Θεσσαλία»), συνέβαλε στο μέτρο των δυνατοτήτων της, προσφέροντας τροφοδοσία στους επαναστάτες και διαθέτοντας τους άνδρες που πλαισίωναν τα μπουλούκια των καπεταναίων μαζί με άλλους Έλληνες. Πολέμησαν υπό την αρχηγία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, του Νικολάου Στορνάρη, του Χριστόφορου Περραιβού, του Χριστόδουλου Χατζηπέτρου, του Μήτσου Κοντογιάννη και άλλων.

      Οι Καϊτσιώτες επαναστάτησαν ομαδικά τον Ιούλιο του 1821 και έλαβαν μέρος στην πεισματώδη αιματηρά μάχη κατά των κονιάρων Τούρκων του γειτονικού οθωμανικού χωριού Ντερμιχανής, όπου και νίκησαν τους Τούρκους. Δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για τη μάχη αυτή.

       Τα ονόματα των Καϊτσιωτών αγωνιστών του 1821, οι οποίοι πολέμησαν υπό τις οδηγίες των πραναφερθέντων οπλαρχηγών και αναφέρονται στα σωζόμενα πιστοποιητικά  που προαναφέρθηκαν, απαριθμούνται κατωτέρω.

Τα στοιχεία αυτών των πιστοποιητικών, πέραν των πληροφοριών που προσφέρουν προσδίδουν συγχρόνως και τιμή στην Καίτσα. Οι αγωνιστές αυτοί ήσαν :

1. Αποστόλου Δημήτριος, (αρ.μητρ.1183)

2. Αποστόλου Γιαννάκης ή Μερτζαβός (αρ.μητρ.14333)

3. Βλαχάκης Αθανάσιος (αρ.μητρ.3033)

4. Κουτρούμπας Γεώργιος (αρ.μητρ. 15695)

5. Κουτρούμπας Δημήτριος ή Ζαχαρόπουλος (αρ.μητρ.3000)

6. Σακελλαρίου Δημήτριος του Γεωργίου (αρ.μητρ.4495)

7. Σαραντσής Αντώνιος του Αντωνίου (αρ.μητρ. 971/2159)

 

       Από τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία προκύπτει ότι μετά την επίθεση εναντίον των Τούρκων της Ντεμηρχανής, οι Καϊτσιώτες φοβούμενοι αντίποινα, μετέφεραν τις οικογένειές τους για ασφάλεια μακριά από την Παλιοκαίτσα, σε άλλες περιοχές της Φθιώτιδας. Έτσι εξηγούνται και οι πολλές επιγαμίες μεταξύ Καϊτσιωτών και κατοίκων της Μάκρυσης του Πλατυστόμου, της Μπρούφλιανης, της Καστριώτισσας και άλλων χωριών.

 

Η ΚΑΊΤΣΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1821

 

Με τον καθορισμό των πρώτων ελληνικών συνόρων μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας το 1832, δυστυχώς η Καίτσα καταδικάστηκε να παραμείνει στο οθωμανικό έδαφος, αφού η οροθετική γραμμή χαράχθηκε ελάχιστα χιλιόμετρα προς νότο και πάνω από τα γειτονικά χωριά Περιβόλι (Δερελί) και Ασβέστης. Εύκολα συνεπώς οι κάτοικοι μετακινούνταν από την Καίτσα προς την ελεύθερη Ελλάδα αλλά και προς τα Άγραφα. Ήταν δηλαδή η Καίτσα, λόγω της γεωγραφικής της θέσεως και των κάπως εύφορων εδαφών της μία τοποθεσία κλειδί και ένα πέρασμα προς διάφορες κατευθύνσεις. Γι’ αυτό και πολλοί κλέφτες και λησταντάρτες έβρισκαν καταφύγιο στις δασωμένες βουνοπλαγιές της Καίτσας και τη θεωρούσαν σπουδαίο κλεφτοχώρι.

        Όσοι παρέμειναν στο χωριό μετά το 1832 υπέφεραν από πολλούς και ποικίλους εχθρούς, όπως και όλη η ημιορεινή και ορεινή Θεσσαλία μέχρι το 1881, που προσαρτήθηκε στο Ελληνικό Βασίλειο. Διάφοροι ληστές και κλέφτες λυμαίνονταν τον τόπο και οι Τουρκαλβανοί, οροφύλακες και περαστικοί, καταπίεζαν με κάθε τρόπο τους δυστυχείς κατοίκους. Για παράδειγμα, στις αρχές του 1854 που έγινε μια σπουδαία Θεσσαλική επανάσταση με την ευκαιρία του Κριμαϊκού πολέμου, πολλά πλήθη ληστών διέσχιζαν τη Θεσσαλία. Στην περιοχή της Καίτσας είχαν τα λημέρια τους ο Κελεπούρης, ο Παπάς, ο Αμάλλιαγος και άλλοι. Από εκεί περνούσαν κατά διάφορα διαστήματα και άλλοι πολλοί: Καταραχιάς,Βελούλας,Τετριμίδας, Παρούσης, Γεωργαλής.

         Από τους κινδύνους που διέτρεχαν οι Καϊτσιώτες να κατηγορηθούν ως ληστοτρόφοι, να κινδυνεύουν από κλέφτες, Τουρκαλβανούς και άλλους, αναγκάζονταν να μεταφέρουν, όπως προανεφέρθη, τις οικογένειές τους στην ελεύθερη Φθιώτιδα.

          Κατά την καταστολή της αντιοθωνικής επαναστάσεως του 1848, η Καίτσα που βρισκόταν στο «Οθωμανικό» και κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα, έγινε καταφύγιο των επαναστατών οπλαρχηγών Κοντογιάννη και Βελέντζα με τους άνδρες τους. Οι επαναστάτες Μπαλατσός και Παπακώστας κατέφυγαν στη Ρεντίνα, ενώ οι Καταραχιάς και Θεοχάρης συνελήφθησαν στη Λαμία.

           Στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών και στον τύπο της εποχής, πολλές φορές αναφέρεται η Καίτσα, σχετιζόμενη πάντα με τους κλέφτες και τους Τουρκαλβανούς οροφύλακες. Οι 4-5 παρέες κλεφτών,  γύρω στα 40 άτομα ανανεώνονταν για όλη την περίοδο από το 1830 μέχρι το 1880 και ακόμη μέχρι την εποχή του Βενιζέλου και κυκλοφορούσαν στην περιοχή από Ρεντίνα μέχρι τον Θεσσαλικό κάμπο.

      

Η ΚΑΪΤΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

ΑΠΌ ΤΟ 1854 ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1897

 

  1. Κατά την Επανάσταση του 1854

      Η εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση στην Ηπειροθεσσαλία κατά το 1854 έγινε με τη συμμετοχή όλων των Ελλήνων, ελεύθερων και υπόδουλων, και με τη συμπαράσταση του βασιλικού ζεύγους Όθωνα και Αμαλίας, καθώς και με τους επιζώντες αγωνιστές του 1821. Ο αγώνας εκείνος που συνέπεσε με τη διεξαγωγή του Κριμαϊκού πολέμου, είχε μεγάλες επιτυχίες και ίσως θα απελευθερωνόταν η Θεσσαλία, αν δεν επενέβαιναν οι Αγγλογάλλοι για να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της Τουρκίας.

      Κατά τον αγώνα, λοιπόν, εκείνο πολλοί Καϊτσιώτες ακολούθησαν τον αρχηγό υποστράτηγο Χριστόδουλο Χατζηπέτρο, τον Θεόδωρο Ζιάκα, τον απότακτο λοχία Νικ.Λεωτσάκο και τον Γεώργιο Καταραχιά.

      Στις 16 Φεβρουαρίου 1854 ο οπλαρχηγός Γεώργιος Καταραχιάς με αρκετούς επαναστάτες διαμέσου του παραμεθορίου τότε χωριού Ασβέστη, συνεργαζόμενος και με ντόπιους άνδρες εξορμά κατά της εκ 17 Τουρκαλβανών φρουράς της Καίτσας, εκδιώκει τους Τουρκαλβανούς και απελευθερώνει την Καίτσα. Εκεί κατέφθασε και ο οπλαρχηγός Θεόδ. Ζιάκας, ερχόμενος από το Καστρί Φθιώτιδας συνοδευόμενος από το «Σώμα των Ολυμπίων Μακεδόνων». Στρατοπέδευσαν όλα αυτά τα τμήματα στην Καίτσα και στην Δρανίστα επί δύο ημέρες. Στις 18 Φεβρουαρίου ο μεν Καταραχιάς φεύγει για το Σμόκοβο, ο δε Ζάκας, αφού από την Καίτσα έγραψε σχετική επιστολή στον υπεύθυνο της Λαμίας μοίραρχο Γεώργιο Κροκίδα, τράβηξε για τη Θεσσαλία στις 21 Φεβρουαρίου.

      Η παραπάνω όμως προσπάθεια, όπως είπαμε,  δεν ευοδώθηκε λόγω της «κατοχής» που επέβαλαν οι Αγγλογάλλοι στον Πειραιά και τον αποκλεισμό της Ελλάδος και λόγω της αναγκαστικής πολιτικής μεταβολής στην Ελληνική Κυβέρνηση.

      Οι Τουρκαλβανοί επέστρεψαν και ο νέος γενικός Δερβέναγας, που διορίσθηκε από την Πύλη στη Θεσσαλία, Τουρκαλβανός Τσέλιος Πίτσαρης «έπνεε μένεα» κατά των Χριστιανών.

       Για ασήμαντες αφορμές βασάνιζαν και φυλάκιζαν τους υπόδουλους που έχαναν και τα υπάρχοντά τους. «ΓΤαγγραινώδεις ήσαν αι πκηγαί, τας οποίας υπέστησαν οι λαοί των επαρχιών και 100 χωριά κυριολεκτικώς ερημώθησαν» λέγει ο συγγραφέας Π.Αραβαντινός. Από τον φόβο της εκδικήσεως εκ μέρους των επανελθόντων Τουρκαλβανών, αναγκάσθηκαν και πάλι οι Καϊτσιώτες να ζητήσουν καταφύγιο στη Φθιώτιδα.

 

  1. Κατά την Επανάσταση του 1866 – 1869

       Δεν πέρασαν 15 χρόνια από τη θεσσαλική επανάσταση του 1854 και νέος απελευθερωτικός αγώνας ξέσπασε στη Θεσσαλία το 1866 με αφορμή την άλλη ταυτόχρονη μεγάλη Κρητική Επανάσταση. Ήδη από το 1860 στην Ήπειρο και αργότερα στη Θεσσαλία είχε συσταθεί «Προσωρινή Κυβέρνησις» με σκοπό το συντονισμό των ενεργειών υποδούλων και ελεύθερων για την απόκτηση της προσφιλούς ελευθερίας. Το 1866, με την υποκίνηση του βασιλιά Γεωργίου και την προτροπή του πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη και εν συνεχεία του υπουργού εξωτερικών Χαριλάου Τρικούπη έγινε έκρηξη της Θεσσαλικής Επαναστάσεως από πόθο προς την ελευθερία και για αντιπερισπασμό των Τούρκων, που προσπαθούσαν να κατασβέσουν την επανάσταση στην Κρήτη.

      Ο κλεφτοπόλεμος εκείνος κράτησε πάνω από τρία χρόνια και διεξαγόταν στην παραμεθόριο από τον Αλμυρό μέχρι την Ήπειρο. Κατ΄ανάγκη και η Καίτσα βρέθηκε στη δίνη των πολεμικών εκείνων επιχειρήσεων. Μάλιστα μετά τη διάλυση του επαναστατικού στρατοπέδου των Πετριλίων Αγράφων κατά τις αρχές του 1867 πολλοί επαναστάτες μετακινήθηκαν προς τα σύνορα και έφθασαν στην Παλιογιαννιτσού, στην Καίτσα, στο Νεζερό και προς τα μέρη της Γούρας.

     Καθώς όμως περνούσαν το μεθοριακό χωριό Νεζερό (Άγιος Στέφανος) παρακίνησαν και βοήθησαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν το οθωμανικό έδαφος και να μετοικήσουν στο ελληνικό. Ασφαλώς και τότε πολλοί Καϊτσιώτες μετέφεραν τις οικογένειές τους για ασφάλεια στα ελληνικά τότε χωριά Φτέρη, Μάκρυση, Καστριώτισσα κλπ., όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως.

      Με την επέμβαση όμως και πάλι των ξένων, κατά τις αρχές του 1869 έσβησε και η επανάσταση εκείνη χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα.

 

  1. Η Επανάσταση του 1876 – 1878 και η απελευθέρωση της Καίτσας το 1881

      Το 1876 εντάθηκαν πάλι οι πολεμικές διαθέσεις των υποδούλων και άρχισαν να σχηματίζονται καπετανάτα στην περιοχή Δομοκού. Το σημαντικότερο καπετανάτο είχε έδρα στο Νεοχώρι Δομοκού και διοικούνταν από τριμελή επιτροπή 1) από τον ιερέα του Νεοχωρίου Παπαδημήτρη Κανάκη, 2) από τον Ομβριακίτη Βασίλη Κόκκινο, 3) τον Δημ. Αβαριτσιώτη ή Γουρνά από τη Μελιταία και γραμματέα τον Δομοκίτη Δημήτρη Μάμμο.

       Τα παραμεθόρια χωριά επαναστάτησαν μόλις ξέσπασε ο αγώνας στη Θεσσαλία και οι επαναστάτες ενισχύθηκαν από την εισβολή στο οθωμανικό έδαφος του Τακτικού Στρατού υπό τον Σκαρλάτον Σούτσον.

        Στον αγώνα εκείνο αναφέρεται επωνύμως και ο Καϊτσιώτης Καπάλας Αντώνιος (1850-1926), που έλαβε μέρος και στις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο Αντώνιος Καπάλας εκλέχθηκε και βουλευτής Καρδίτσης το 1910. Ο αδελφός του Γεώργιος Καπάλας χρημάτισε Δήμαρχος Ταμασίου και ο γιός του Δημάρχου Αθανάσιος (+1925) σπούδασε γιατρός στη Γαλλία. Κατά τον πόλεμο του 1878 ο Αντώνιος Καπάλας ήταν επιτελικός γιατρός του σωματάρχη Τερτίπη. Ασφαλώς και άλλοι Καϊτσιώτες θα έλαβαν μέρος.

      Το ευνοϊκό κλίμα που δημιουργήθηκε από τον αγώνα εκείνο στη Θεσσαλία επηρέασε ίσως και τους συμμετέχοντες στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, υπό τον Βίσμαρκ, που κήρυξαν την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881 και έδωσαν την ελευθερία στη Θεσσαλία, μαζί και στην Καίτσα.

 

  1. Κατά το 1897

     Με την έκρηξη του άτυχου Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, η περιοχή Δομοκού έγινε και πάλι θέατρο μαχών. Οι υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις νίκησαν τα υποχωρούντα ελληνικά στρατεύματα και στις 6 Μαίου 1897, η περιοχή Δομοκού, συνεπώς και η Καίτσα, περιέρχονται εκ νέου στα χέρια των Τούρκων.

      Η νέα Τουρκοκρατία κράτησε για μερικούς μόνον μήνες, μέχρι της εφαρμογής της ταπεινωτικής ανακωχής που υπέγραψε η Ελλάδα, με τη μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Τα οχυρωθέντα στον Δομοκό ελληνικά τμήματα υπερφαλαγγίσθηκαν και εξαναγκάσθηκαν σε πλήρη υποχώρηση. Ο ταξίαρχος Σμολένσκης δεν εκτίμησε καλά την κατάσταση και δεν συνεργάσθηκε με τον διάδοχο Κωνσταντίνο, με αποτέλεσμα την άτακτη υποχώρηση.

      Κατά το διάστημα των συγκρούσεων οι κάτοικοι έφυγαν προς τη Σπερχειάδα. Ο Περικλής Βαρατάσης από την Εύβοια με ένα λόχο εισέβαλε και πάλι στην ανακαταληφθείσα Θεσσαλία και στρατοπέδευσε  στο Χατζηεμήρ. Εκεί τραυματίσθηκε με τρεις Γαριβαλδηνούς. Μεταφέρθηκαν στη Δρανίστα κι εκεί ο Βαρατάσης πέθανε. Ο απόηχος του θανάτου του ηρωικού Βαρατάση έφθασε και στην Καίτσα.

       Κατά το 1897 σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο εκλεγμένος από το 1895 Δήμαρχος Ταμασίου Γεωργάκης Αθαν.Καπάλας, ικανός Καϊτσιώτης, πιθανώς ύστερα και από συκοφαντίες αντιπάλων του.

        Εκτός από τον Καπάλα, σκοτώθηκε επίσης και ο Ν.Λύκος, ως εξής : Όταν ήλθαν οι Τούρκοι το 1897 στο χωριό μας, πολλοί Καϊτσιώτες έφυγαν με τις οικογένειές τους στη Σπερχειάδα. Οι Τούρκοι εγκατέστησαν ένα τάγμα στα Φούρνια και ένα λόχο στο Βοϊδόγρεκο. Κάποιες οικογένειες Σπουρναίων, Πετραίων, Παπαδοικοτσωλαίων κλπ. έμειναν στον παλιό Αϊ-Νικόλα. Μια ομάδα Καϊτσιωτών από 15 περίπου άτομα (Δ. Καπάλας, Γ.Πανογλέπης, Παπαδής, Φεράτης, Κουτρουμπαίοι, Ν.Λύκος, Βασικώστας, Βούκας, Καρπούζας Αθαν., Κρούπας, Β.Ψαλλίδας κλπ.) με αρχηγό βέβαια τον Δήμαρχο Δημήτριο Καπάλα, πήγαν να πάρουν τα τούρκικα μουλάρια που βοσκούσαν στο λιβάδι. Έκοψαν ένα μέρος από αυτά και μέσω Τριανταφυλλιάς-Κουβατιού επεδίωξαν να φύγουν για Φθιώτιδα. Τους αντιλήφθηκαν από τον Κούκο οι Τουρκοι, τους κυνήγησαν και τραυμάτισαν θανάσιμα τον Ν.Λύκο, κόπηκε η ζώστρα του μουλαριού του και έπεσε φωνάζοντας «πάρτε με … πάρτε με». Ο Β. Βούκας φορούσε φουστανέλα. Ο Β.Ψαλλίδας πυροβόλησε προς τους Τούρκους και έφυγε. Ο τόπος όπου έπεσε ο Ν.Λύκος, ονομάζεται μέχρι σήμερα Λυκόρεμα.

    Οι Τούρκοι όμως προχώρησαν και σε άλλο κατόρθωμα. Επειδή κάποιοι τους έκλεψαν ένα βόδι, εκείνοι υποπτεύθηκαν τους Καϊτσιώτες και για εκδίκηση πήγαν στην Παλιοκαίτσα και με γκασμάδες γκρέμισαν όσα σπίτια ήταν όρθια. Την εκκλησία (πιθανώς την Παναγία), τη χώρισαν στα δύο και την χρησιμοποιούσαν ως αποχωρητήριο.

 

Η΄  Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΣΑΠΑΛΟ

 

      Σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλαιοτέρων και κάποιες άλλες γραπτές μαρτυρίες οι Καϊτσιώτες, που κατοικούσαν στο Παλιοχώρι, καλλιεργούσαν τις διάφορες βουνοπλαγιές φθάνοντας μέχρι το σημερινό νεκροταφείο. Από εκεί και κάτω τα κτήματα του κάμπου ανήκαν στους Τούρκους. Χειριζόταν δε τα κτήματα αυτά ο εκ Σμοκόβου καταγόμενος Κώστας (ή Γούλας;) Τσάπαλος. Θέλοντας, λοιπόν, οι Καϊτσιώτες να αγοράσουν το τούρκικο κτήμα του κάμπου, έστειλαν τον Κώστα Τσάπαλο ως πληρεξούσιο στον Πασά και κράτησε επ’ονόματί του τη νομή (αέρα).

       Όταν οι Καϊτσιώτες διαπίστωσαν την εις βάρος τους απάτη, σκέφθηκαν α σκοτώσουν τον Τσάπαλο. Η συγκέντρωση έγινε στον Αϊ-Γιώργη. Επικράτησε η γνώμη του Κούβελου να μην τον σκοτώσουν, αλλά να καιροφυλακτήσουν, να του κτυπήσουν τη φοράδα και να τον εκβιάσουν, ώστε να τους παραχωρήσει και τη νομή. Έτσι και έγινε. Οι νεαροί Καϊτσιώτες, Καρπούζας, Οικονόμου, Καραίσκος κλπ., έστησαν καρτέρι στη γέφυρα Σμοκόβου, στην Κακιά Σκάλα του δρόμου από Καρδίτσα προς Σμόκοβο. Καθώς αυτός περνούσε, του τραυμάτισαν το άλογο και απειλώντας τον ανάγκασαν να τους χορηγήσει και τη νομή και έξι κλήρους επιπλέον που είχε επ’ονόματί του αντί άλλων 5-6 χιλιάδων γροσίων.

        Οι μερίδες (κλήροι) ήταν 64, ήτοι 60 των κατοίκων και 4 υπέρ της εκκλησίας. Κάθε κλήρος είχε 120 στρέμματα,΄ήτοι σύνολο 7.440 στρέμματα. Αυτά αγοράστηκαν από τους Τούρκους μέσω Τσάπαλου. Άγνωστη όμως ακόμη παραμένει η χρονολογία αγοράς. Προτάθηκαν οι χρονολογίες 1834,1835, μάλλον απίθανες. Ο δάσκαλος Αντ. Οικονόμου αναφέρει τα έτη 1863-1866 ως έτη πρώτης και δεύτερης αγοράς. Τα ονόματα όμως που αναφέρονται ως συνομιλητές του Τσάπαλου (Οικονόμου κλπ.) ήταν σε ηλικία 25 ετών περίπου κατά το 1880. Πρέπει λοιπόν η αγορά να έγινε από το 1874 μέχρι 1881. Τα συμβόλαια λέγονταν ταπιά. Οι πλάκες ήταν είδος χαρτών για τον καθορισμό των ορίων. Υπήρχαν και τα λεγόμενα πατρικά, που είχαν αγοράσει μόνοι τους μερικοί Καϊτσιώτες. Υπήρχαν και κάποια χωράφια, τα χασομέρια που έπαιρναν μερικοί ως αμοιβή για εξυπηρετήσεις προς το χωριό. Φυσικά οι πληροφορίες παραλλάσσουν από στόμα σε στόμα, αφού δεν έχουμε ακόμη κάποια γραπτή μαρτυρία.

        Το κτήμα της Καίτσας μέχρι το 1820 ανήκε στον Αλή Πασά Ιωαννίνων. Μετά το 1820 το κτήμα περιήλθε στον Σουλτάνο, και από τους Τούρκους στους Καϊτσιώτες. Με τις συνεχείς κατατμήσεις και λόγω κληρονομιών, το κτήμα είχε καταστεί ασύμφορο. Για τον λόγο αυτό ήταν αναγκαίος ο αναδασμός.

       Ο αναδασμός αυτού του κτήματος έγινε το 1962 και συμπληρώθηκε με τον β΄αναδασμό του 1979, που αφορούσε, τις Λωρίδες, τα Φούρνια, το Κουβάτι, τις Τριανταφυλλιές, Μολτσόρεμα, Προσήλια, Λαγούτσικο, Ζμάκι, σε σύνολο 1.207,875 στρ., που βρισκόταν στην κατοχή της Καίτσας από το 1882 «εκ διαδοχής του τουρκικού κράτους δικαιώματι πολέμου και κατακτήσεως δυνάμει των Διεθνών Συνθηκών, δι’ ών προσηρτήθη η Θεσσαλία εις το Ελληνικόν Κράτος, δι’ ών καθωρίσθησαν τα σύνορα αυτής», και που επικυρώθηκε με την υπ’αριθμ.6352/1983 νομαρχιακή πράξη.

        Και επειδή ο λόγος περί «Λωρίδων», πρέπει να λεχθούν λίγα λόγια για τη μακροχρόνια διεκδίκηση των «Λωρίδων» και του Κούμαρου, περίπου 6.500 στρεμμάτων, μεταξύ Καίτσας και Αγόριανης.

        Η δίκη άρχισε το 1926 και έληξε το 1980 με τη δικαίωση της Καίτσας. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην απόφαση 726/1926 του Πρωτοδικείου Λαμίας, ο Κούμαρος και οι Λωρίδες ήταν κτήμα του Αλή Πασά Ιωαννίνων, που με την πτώση του το 1820 περιήλθε στην κυριότητα του Σουλτάνου μέχρι το 1879, οπότε αγοράσθηκε το τσιφλίκι της Αγόριανης από τον Αριστείδη Μουσούρη (τουρκική χρονολογία 1929, 24 Ραμπιούλ) με 21 αυτοκρατορικά μονογράμματα (ταπιά). Ο Μουσούρης μεταβίβασε το 1882 το τσιφλίκι με το υπ’αριθμ. 1378 συμβόλαιο στον συμβολαιογράφο Βόλου Κων.Βλαχονικολόπουλο και το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία του Δήμου Θαυμακών στις 22 Οκτωβρίου 1882. Τις Λουρίδες όμως διεκδικούσαν και οι Καϊτσιώτες, αφού, εξάλλου και τις Λουρίδες και τον Κούμαρο (6.500 στρέμματα) τα νέμονταν από πολλές δεκαετίες. Τελικά τα Δικαστήρια κατακύρωσαν τα εδάφη αυτά στην Καίτσα αφού δεν κατόρθωσαν οι Αγοριανίτες να προσκομίσουν πειστήρια.

       Μετά την αγορά του κτήματος από τον Τσάπαλο, πολλοί Καϊτσιώτες κατέβηκαν στη θέση του σημερινού χωριού και μετέφεραν εκεί τα νοικοκυριά τους. Μερικοί, που ήθελαν να μείνουν στην Παλιοκαίτσα έφερναν προσκόμματα, αλλά τελικά αναγκάσθηκαν όλοι να κατέβουν και να έχουν πλέον ως τόπο μόνιμης κατοικίας το καινούριο χωριό.

        Η εγκατάσταση στο καινούριο χωριό άρχισε μετά το 1897 και ολοκληρώθηκε με τα εγκαίνια του Ι.Ναού του Αγίου Νικολάου στα 1908, που κτίσθηκε με δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, όπως έγινε και για το κτίσιμο σχολείων και ναών και άλλων χωριών.

         Κατά τον ατυχή πόλεμο του 1897, όπως προαναφέρθηκε, η Καίτσα έδωσε το παρόν με τη συμμετοχή των τέκνων της και με θύματα το Ν.Λύκο και τον Γεώργιο Αθαν.Καπάλα, ετών 45, δήμαρχο Ταμασίου.

 

Θ’  Ο ΔΗΜΟΣ ΤΑΜΑΣΙΟΥ, ΟΙ ΔΗΜΑΡΧΟΙ, Ο ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 1883

 

  1. Ο Δήμος Ταμασίου

      Η Καίτσα υπήχθη στο δήμο Ταμασίου, που συστήθηκε μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους (1881). Ο δήμος Ταμασίου ανήκε στην επαρχία Καρδίτσας του Νομού Τρικάλων. Ήτο δήμος Γ΄τάξεως, αφού οι κάτοικοί του δεν υπερέβαιναν τις 2 χιλιάδες ενώ οι δήμοι Α΄τάξεως είχαν από 10 χιλιάδες και πάνω και οι Β΄τάξεως από 2 έως 10 χιλιάδες κατοίκους.

      Η ίδρυση του δήμου έγινε το 1883 (Β.Δ…. ΦΕΚ 126/2.4.1883) και διαλύθηκε το 1912 με πρωτοβουλία του τότε δημάρχου Δημητρίου Αθαν.Καπάλα, που στηρίχθηκε στο Νόμο ΔΝΖ (ΦΕΚ 58/14.2.1912). Ο Καπάλας όμως ως τελευταίος δήμαρχος κράτησε την Αρχή μέχρι το 1914.

       Ο δήμος πήρε το όνομά του από το όρος Ταμασός (σήμερα Κατάχλωρον) ύψους 984 μέτρων, που βρίσκεται πάνω από το χωριό Ανάβρα. Στο δήμο αυτό ανήκαν δέκα χωριά : 1) η Δρανίστα (Κτιμένη) με 242 κατοίκους, 2) το Ασλανάρι (Λεοντάρι) με 239 κατ., 3) η Καίτσα (Μακρυρράχη) με 438 κατοίκους, 4) η Πάπα (Μεσοχώρα) με 85 κ., 5) η Μπαλαμπανή (Ασημοχώρι) με 86 κ., 6) το Αμαρλάρι (Αχλαδιά) με 186 κ., 7) το Τσαμάσι (Ανάβρα) με 68 κ., 8) το Χαλαμπρέζι (Κέδρος) με 272 κ., 9) το Χαϊχαλί με 75 κ., που συγχωνεύθηκε αργότερα με το Αμαρλάρι και 10) το Χατζηεμήρ με 70 κατοίκους που συγχωνεύθηκε αργότερα με το Ασλανάρι.

        Συνολικός πληθυσμός του δήμου 1762 κάτοικοι. Η σύνθεση των δήμων Γ’ τάξεως ήταν σύμφωνα με το Διάταγμα (ΦΕΚ 96/16.3.1883) ένας δήμαρχος, δύο δημαρχιακοί πάρεδροι και οκτώ δημοτικοί σύμβουλοι. Από το Φθινόπωρο του 1881 μέχρι 29 Μαίου 1883 καμία δημοτική διοίκηση δεν υπήρχε στα χωριά μας. Οι πρώτες δημαρχιακές εκλογές ορίσθηκαν στις 29 Μαίου 1883 με Βας.Δ/γμα (ΦΕΚ 129/5.4.1883). Η ψηφοφορία γινόταν με σφαιρίδια, τα λεγόμενα «δραμάρια».

       Ως έδρα του δήμου Ταμασίου ορίσθηκε η Δρανίστα κατ’ αρχάς. Αργότερα όμως λόγω διενέξεων μεταξύ Καίτσης και Δρανίστας ορίσθηκε η Δρανίστα ως έδρα για το καλοκαίρι και το Ασλανάρι για το χειμώνα. Ως δήμαρχοι εκλέγονταν δυναμικές προσωπικότητες των τριών μεγαλύτερων χωριών (Δημόπουλος από τη Δρανίστα, Καπαλαίοι από την Καίτσα και Μακρής από το Ασλανάρι).

 

  1. Οι δήμαρχοι Ταμασίου

1ος δήμαρχος εκλέχθηκε ο Αθανάσιος Δημόπουλος εκ Δρανίστης, έμπορος ευρωπ. Επιπέδου (1883-1887).

2ος ο Κων/νος Χρ.Μακρής εξ Ασλαναρίου (1887-1891) με γραμματέα τον Γεώργιο Κούβελο εκ Καίτσης.

3ος επανεκλέχθηκε ο Αθ.Δημόπουλοος εκ Δρανίστης (1891-1895).

4ος ο Γεωργάκης Αθ.Καπάλας εκ Καίτσης για την τετραετία 1895-1899, που φονεύθηκε όμως από τους Τούρκους το 1897 εξαιτίας ίσως διαβολών των αντιπάλων του.Ήταν και ανιψιός του Δημόπουλου.

5ος ο Δημητράκης Αθ.Καπάλας, αδελφός του προηγούμενου (1899-1903) και (1907-1914) με γραμματέα τον Δημήτριο Κων.Σιόβα εκ Καίτσης για 11 χρόνια.

6ος επανεκλέχθηκε ο Κων/νος Χρ.Μακρής εξ Ασλαναρίου (1903 – 1907) και

7ος και τελευταίος επανεκλέχθηκε ο Δημητράκης Αθαν.Καπάλας (1907-1914). Αυτός εισηγήθηκε την κατάργηση του δήμου και επί των ημερών του η Καίτσα έγινε κοινότητα το 1912 (ΦΕΚ 261/31.8.1912).

     Η Πάπα, που ήταν συνοικισμός της Καίτσας έγινε ανεξάρτητη κοινότητα το 1919 (ΦΕΚ 66/22.3.1919).

     Για τον ανταγωνισμό μεταξύ των υποψηφίων δημάρχων σώζεται το ακόλουθο περιστατικό, που αναφέρει ο διδάσκαλος κ. Δ. Σιάννος (στο βιβλίο Δόλοπες, 1990, σελ. 140), το οποίο και παραθέτω.

     Το 1907, 1η Ιουλίου, Κυριακή, προκηρύχθηκαν δημοτικές εκλογές για ανάδειξη δημάρχου στο Δήμο Ταμασίου. Υποψήφιοι Δήμαρχοι ήταν δύο : ο Δημήτριος Αθαν.Καπάλας από την Καίτσα και ο Κων/νος Χρήστου Μακρής από το Ασλανάρι. Οι εκλογές προβλέπονταν να γίνουν στη Δρανίστα. Εκεί μαζεύτηκαν όλοι. Οι Ασλαναριώτες για να σπάσουν τα νεύρα των Καϊτσιωτών φώναζαν λέγοντας : Σαράντα κολοκύθια κι εξήντα πιπεριές, θα στείλουμε στον Καπάλα για παρηγοριές.

Το σλόγκαν αυτό συνοδευόταν και με μουσικά όργανα, νταούλια και κλαρίνα. Οι Καϊτσιώτες και ο υποψήφιός τους στενοχωριόταν αφάνταστα. Κάποιος έμπιστος του Καπάλα, του είπε : «Κύριε Καπάλα, οι αντίπαλοί σου Μακραίοι το έχουν σίγουρο ότι θα κερδίσουν και ετοίμασαν στον Αϊ-Θανάση Δρανίστας ένα σωρό ξύλα, που θα ανάψουν μετά το νικηφόρο γι’ αυτούς αποτέλεσμα. Από εκεί το σύνθημα της νίκης θα το μεταφέρουν άλλοι χωριανοί του Μακρή με τον ίδιο τρόπο σύντομα στο Ασλανάρι και στο Μακραίϊκο, για να αρχίσει το γλέντι της νίκης τους».

      Ο Καπάλας το άκουσε, αλλά διατηρούσε την ψυχραιμία του, μέχρις ότου βγήκαν τα αποτελέσματα, τα οποία ανέδειξαν αυτόν (τον Καπάλα) νικητή. Για εκδίκηση, λοιπόν, των Ασλαναριωτών και του Μακρή, μετά τη νίκη του ο Καπάλας έστειλε κρυφά έναν Καϊτσιώτη, ο οποίος άναψς τη φωτιά στον Αϊ-Θανάση. Έτσι ξεγελάστηκαν μη υποπτευόμενοι την ήττα του Μακρή οι Ασλαναριώτες και άρχισαν το γλέντι, μέχρις ότου ήρθε ο αγγελιοφόρος και έμαθαν την πικρή γι’αυτούς αλήθεια.

      Αργότερα βέβαια οι δύο άνδρες Καπάλας και Μακρής δεν το κράτησαν, συμφιλιώθηκαν και έγιναν μάλιστα και συνενοικιαστές των λουτρών Καίτσας. Ο Μακρής ήταν φίλος του πολιτευτή Μαλλιόπουλου, ενώ ο Καπάλας του Τερτίπη.

  1. Ο πρώτος εκλογικός κατάλογος της Καίτσας το 1883

 

         Ο πρώτος εκλογικός κατάλογος της Καίτσας το 1883 περιελάμβανε 114 ψηφοφόρους. Οι άνδρες ψηφοφόροι στους 438 κατοίκους της Καίτσας κατά το 1883 ήταν ηλικίας 21 ετών και πάνω.

Εξ αυτών :  37  ήταν ηλικίας   21 – 29  ετών

34                                       30 – 39

31                                       40 – 49

5                                       50 – 59

5                                       60 – 69

                    και  ένας  101 ετών

        Ο Τζιάγκας Γεώργιος του Αθαν. ήταν ο νεότερος (21 ετών) και οι : Βασιαντώνης Απόστολος του Αντωνίου, Μαντάς Γεώργιος του Στυλιανού και Τζολφάς Ιωάννης του Δημητρίου ήταν 22 ετών. Ο μεγαλύτερος στην ηλικία Καϊτσιώτης ήταν ο Κοντέσας Γεώργιος του Αλεξίου 101 ετών.

         Από τον κατάλογο αυτό επίσης διαπιστώνεται ότι δεν είχαν όλοι οι Καϊτσιώτες ως μόνιμη διαμονή την Καίτσα, ή δεν είχαν ακόμη επιστρέψει οι οικογένειές τους στην Καίτσα από τη Φθιώτιδα, όπου κατέφευγαν κατά καιρούς επί Τουρκοκρατίας. Βρισκόμαστε στα 1883, δηλ. δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση.

         Ο κατάλογος παρατίθεται στο τέλος της εργασίας και είναι χρησιμότατος για τα στοιχεία, που μας παρέχει.

 

Ι’  Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΟΚΑΪΤΣΑ

    ΣΤΗ ΜΑΚΡΥΑ ΡΑΧΗ ΚΑΙ Η ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ 

 

1.Η μεταφορά του χωριού.

 

   Η μεταφορά της Καίτσας από το Παλιοχώρι στη θέση, που βρίσκεται τώρα άρχισε να γίνεται μετά την αγορά του κτήματος από τον Τσάπαλο. Σιγά-σιγά οι Καϊτσιώτες, κυρίως μετά το 1897, έφτιαχναν καλύβες στη Μακρυά Ράχη και ξενυχτούσαν εκεί τα βράδια μετά την κοπιαστική εργασία στον κάμπο, αφού δυσκολευόταν να ανεβοκατεβαίνουν στην ορεινή Παλιοκαίτσα. Η προσωρινή κατοικία γρήγορα μετατρεπόταν σε μόνιμη κατοικία παρά τα προσκόμματα που έφερναν μερικοί χωριανοί καλοβολεμένοι στο Παλιοχώρι.

    Η μετακόμιση του χωριού πρέπει να ολοκληρώθηκε κατά το 1908, οπότε έγιναν τα εγκαίνια του Ι.Ναού του Αγίου Νικολάου. Το 1912 με υπουργική απόφαση ο ναός του Αγ.Νικολάου καθορίζεται ως ενορία (ΦΕΚ 66/18.2.1912) και το 1914 εκτίθεται σε δημοπρασία η επισκευή του ναού (ΦΕΚ 255/6.11.1914).

    Ο νέος ναός του Αγ. Νικολάου άρχισε το 1902 και τελείωσε το 1908 από τον εργολάβο Κατσίκα. Παράλληλα πρέπει να κτίστηκε και το Δημοτικό Σχολείο, με επιστάτη το Σπερχειαδίτη Πεντόβολο. Τα έργα πρέπει να χρηματοδοτήθηκαν από δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, όπως έγινε και με σχολεία και ναούς και άλλων χωριών.

     Στο κτίσιμο του Ιερού Ναού αντιδρούσαν δύο ισχυροί Καϊτσιώτες, ο Κων/νος Οικονόμου και ο Δημ. Ελευθερίου, παλικαράδες της εποχής, για προσωπικούς λόγους,πήγαιναν τη νύχτα και χαλούσαν τα θεμέλια του ναού. Οι Καϊτσιώτες τότε ζήτησαν ενίσχυση από τον Δημήτριο Τερτίπη, στρατ. Διοικητή και πολιτευτή της Θεσσαλίας και φίλο του γιατρού Αθ.Καπάλα. Ο Τερτίπης εγκατέστησε φρουρά στην Καίτσα μέχρις ότου ολοκληρώθηκε το κτίσιμο του ναού και το πήραν απόφαση πλέον οι αντιδρώντες για το μάταιο της παρεμποδίσεως.

 

2. Η κοινωνική ζωή του χωριού παλιότερα.

 

     Οι Καϊτσιώτες παλιότερα διαπνέονταν από θρησκευτικά συναισθήματα. Αυτό μαρτυρούν οι ναοί στο Παλιοχώρι : Κοίμηση της Θεοτόκου, κεντρικός ναός στο Παλιοχώρι, Άγιος Γεώργιος, και οι γκρεμισμένοι ναοί του Προφήτη Ηλία, του Αγ. Στεφάνου, του Αϊ-Θανάση και του παλιού Αϊ-Νικόλα, όπου πρέπει να ήταν και το παλιό νεκροταφείο της Παλιοκαίτσας. Το καινούριο νεκροταφείο έγινε με την εγκατάσταση στο καινούριο χωριό. Το κτήμα ήταν του Κρούπα και πρώτος ταφείς ήταν ο Αθανάσιος Χαραλάμπους, πατέρας του Χαριλάκη και του Κώστα.

      Στον Αϊ-λιά γινόταν και γλέντι κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου. Κάποτε όμως, γύρω στα 1850 δημιουργήθηκε παρεξήγηση μεταξύ δύο αρραβωνιασμένων Καϊτσιωτών για το ποιου η αρραβωνιαστικιά θα χορέψει πρώτη. Η παρεξήγηση εξελίχθηκε σε φονικό, στο φόνο 5-6 ανθρώπων, και από τότε εγκαταλείφθηκε και το πανηγύρι και ο ναός.

      Στο προαύλιο του νέου ναού του Αγ.Νικολάου τη 2η μέρα του Πάσχα όλοι οι Καϊτσιώτες χόρευαν μαζί τον «κλειστό» χορό και έλεγαν το ακόλουθο τραγούδι :

«χελιδονάκι θα γινώ, στην αραπιά θα πάω, να πιάσω έν’ αραπόπουλο, μικρό σαν το πουλάκι, να κάθομαι να το ρωτώ πως πιάνεται η αγάπη, από τα μάτια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει».΄Άλλος χορός ήταν ο «επάνω χορός», δηλαδή αυτός που γινόταν με δεύτερη σειρά χορευτών, που στηριζόταν στους ώμους των χορευτών της πρώτης σειράς.

      Συγκίνηση προκαλούσαν τα σαρακατσάνικα, τα ιστορικά και τα κλέφτικα, η σβαρνιάρα, τα τραγούδια για τον κλέφτη Βελούλα, για τον Γιώργο Κονδύλη και άλλα.

       Γλέντια βέβαια, γίνονταν και στο Παλιοχώρι και στην πλατεία του χωριού και στον Άγιο Παντελεήμονα στα Λουτρά. Ένα στιγμιότυπο θρησκευτικής πανήγυρης και γλεντιού, που έγινε με τάξη και επισημότητα στον Άγ. Παντελεήμονα στις 27 Ιουλίου 1927 περιγράφεται θαυμάσια στην «ΕΛΛΗΝΙΚΗ», αθηναϊκή εφημερίδα.

       Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε τον Καϊτσιώτη Ηγούμενο της Μονής Κορώνας Καρδίτσας Ιάκωβο (Ιωάννη) Κουτρούμπα (1892-1967) που παρά την ολιγογράμματη μόρφωσή του, αναδείχθηκε, λόγω της αγνής θρησκευτικής πίστεώς του σε ακτινοβολούσα, ισχυρή θρησκευτική προσωπικότητα σε ολόκληρη τη Θεσσαλία. Ως ηγούμενος Κορώνας διαδέχθηκε τον Χριστόφορο, θείο του αντιβασιλέως Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Ο π.Ιάκωβος ήταν χαρισματικός. Με τις ενέργειές του κτίσθηκε και ο Ναός του Αγ.Παντελεήμονα στα Λουτρά και ο Ναός του Αγ. Δημητρίου στην Καίτσα.

 

3.  Η οικονομική ζωή.

 

     Οι κάτοικοι του νέου χωριού είχαν βέβαια τις ατομικές απασχολήσεις τους, τη γεωργία, την αλιεία στη λίμνη, την ξύλευση. Δρούσαν όμως και ως οργανωμένη κοινότητα νοικιάζοντας το δάσος σε ξυλεμπόρους και καρβουνεμπόρους, καθώς και λουτρά.

      Στα Πρακτικά της Βουλής στις 24.11.1909 υπάρχει τηλεγράφημα των Καϊτσιωτών, με το οποίο παρακαλούσαν την άρση του φόρου που επιβλήθηκε στα αμπέλια και στα αροτριώντα ζώα κατά το έτος 1909 ως εξής : «Οι κάτοικοι του χωρίου Καίτσης του Δήμου Ταμασίου παρακαλούσι την σεβαστήν Βουλήν, ίνα επιβάλη φόρον επί του οινοπνεύματος, απαλλάξει δε τον λαόν από τον φόρον επί των αμπελίων και των αροτριώντων κτηνών». Προφανώς οι Καϊτσιώτες φοβόνταν τη φορολογία στα αμπέλια και στα αροτριώντα ζώα, που όλοι είχαν και δεν θίγονταν από το φόρο επί του οινοπνεύματος, που είχαν περιορισμένη παραγωγή, σύμφωνα εξ άλλου και με τα φιλολαϊκά φορολογικά μέτρα του τότε Υπ.Οικονομικών Αθ.Ευταξία.

     Η καλλιέργεια καπνού ήταν άλλη οικονομική δραστηριότητα της Καίτσας κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Από την εφ. Βόλου «Η ΘΕΣΣΑΛΊΑ» 28.8.1909 πληροφορούμαστε ότι κατά το 1909 η παραγωγή καπνού έφθασε στις 40 χιλιάδες οκάδες, που πουλήθηκε όλος προς 2,35 – 2,40 δρχ. την οκά ως αρμάθα.

     Τα Λουτρά Καίτσης υπήρξαν, από της απελευθερώσεως και εξής, μια ευκαιρία οικονομικής δραστηριότητας. Διασώζεται μία διαφήμιση των σπουδαίων ιαματικών ιδιοτήτων και φυσικών καλλονών των Λουτρών, που έκανε ίσως ο πρώτος μεταπελευθερωτικός ενοικιαστής Σπυρίδων Σαραγούλας κατά το 1884, στην εφ. «ΚΑΡΔΙΤΣΑ» 23.6.1884. Δημοσιεύεται επίσης από το 1907 έκθεση χημικής αναλύσεως των θειούχων υδάτων των Λουτρών, υπογεγραμμένη από τον τότε καθηγητή Πανεπιστημίου Α.Κ.Δαμβέργη, που δίδει τα 14 στοιχιεία ανά λίτρο νερού και τις αντίστοιχες χρόνιες και άλλες παθήσεις, που θεραπεύονται με τη χρήση ή την πόση του νερού.

      Αλλά και ο αντίκτυπος των Λουτρών στην κοινωνική ζωή του χωριού δεν ήταν μικρός από την προσέλευση χιλιάδων λουομένων κάθε χρόνο.

       Και η λίμνη Ξυνιάδας έπαιζε ένα σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή του χωριού με την αλίευση και την εμπορία των ψαριών (τούρνες, γλύνια, κιπρίνια, πλατίτσες, ογκλιές, χανιά, κεφάλους, μπριάνες κλπ.), αλλά και με το ραγάζι και τους βάλτους. Η αποξήρανση όμως της λίμνης, που ολοκληρώθηκε το 1940 μετέβαλε κατά πολύ την οικονομική και κοινωνική ζωή του χωριού. Η αποξήρανση έδωσε στην περιοχή 36.000 στρέμματα καλλιεργησίμου γης.Μ΄’ονο που λόγω των διενέξεων των χωριανών μας δεν έλαβαν δυστυχώς μέρος στη διανομή όλοι οι κάτοικοι.

        Ασφαλώς το τραίνο που πέρασε το 1912 και ο Σιδ.Σταθμός Αγγειών στον κάμπο της Καίτσας ήταν σημαντικό γεγονός για το χωριό.

        Η μεταφορά του χρωμίου με το τραινάκι από τα Μεταλλεία Δομοκού στο Σιδ.Σταθμό Αγγειών και η μεταφόρτωσή του στο τραίνο ήταν μια άλλη ευκαιρία οικονομικής κινήσεως του χωριού, αφού πολλοί εργάυες απασχολούνταν στη μεταφόρτωση.

        Η μεταφορά του κάρβουνου από το δάσος της Καίτσας στο Σιδ.Σταθμό Αγγειών, που γινόταν κυρίως από Κουτσόβλαχους της Σαμαρίνας, έδινε μια άλλη όψη στο χωριό. Αναφέρεται ότι ο αριθμός των μουλαριών με τα οποία γινόταν η μεταφορά του κάρβουνου μέσα από το χωριό έφθασε γύρω στα 500.

       Ασφαλώς όμως οι σύγχρονες καλλιέργειες τεύτλων και βιομηχανικής τομάτας συνέτειναν, ώστε να ξεπεραστεί κάθε προηγούμενο στην γεωργοοικονομική δραστηριότητα του χωριού.

        Τελειώνοντας θα μπορούσαν να παρατεθούν και πολλά ανέκδοτα από την παλιότερη και νεότερη ζωή του χωριού. Ίσως στο μέλλον να παρουσιαστούν αυτούσια.

 

 

ΙΑ’ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

 

        Σπουδαίο γεγονός για το χωριό αποτελεί η Γερμανική Κατοχή και η εγκατάσταση γερμανικής φρουράς στο Σ.Σ.Αγγειών, 2,5 χιλιόμετρα από την Καίτσα.

         Τον Γενάρη του 1943 ένα τμήμα Γερμανών αποβιβάστηκε από το τραίνο και κατευθύνθηκε προς την Καίτσα για έρευνες. Στο δρόμο συνάντησαν τον σιδ/κό υπάλληλο Ευάγγ. Βαρβατάκη και τον σκότωσαν.

         Λίγο αργότερα, την 1.3.1943, ένα τμήμα του ΕΛΑΣ με αρχηγούς τον Περικλή Χουλιάρα, τον Νάκο Μπελή και τον ταγματάρχη Κωστόπουλο, ανατίναξαν κατόπιν διαταγής του Αρχηγείου Δομοκού την στρατηγικής σημασίας γέφυρα στη θέση Πέντε Μύλια. Την άλλη μέρα οι Γερμανοί βομβάρδισαν το χωριό για αντίποινα με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο Δημ. Παπακωνσταντίνου και να τραυματιστούν μερικοί άλλοι. Δεν έγινε μεγαλύτερη ζημιά, γιατί οι περισσότεροι είχαν καταφύγει στη γύρω δασωμένη περιοχή.

          Σε νεότερη εκκαθαριστική επιχείρηση, που έκαναν οι Γερμανοί στο χωριό, πιάσανε 10 Καϊτσιώτες για ομήρους και κάψανε 250 και πλέον σπίτια. Οι χωριανοί έβλεπαν από μακριά τα σπίτια τους να καίγονται και ράγιζε η καρδιά τους. Μετά από λίγες ημέρες, που κατέβηκαν στο χωριό, τα βρήκαν όλα καμένα και τον τυφλό Θανάση Δέρη κρεμασμένο στο καμπαναριό της εκκλησίας.

          Στις 11 Ιουνίου του 1943 διάφοροι Καϊτσιώτες συνεργάστηκαν με τον ΕΛΑΣ και άλλους σαμποτέρ για την ανατίναξη της αμαξοστοιχίας στη σήραγγα του Κούρνουβου, και στις 11.7.1943 ανατίναξαν τη γέφυρα στο Δερελί και πυρπόλησαν μία αμαξοστοιχία με πυρομαχικά, Ιταλούς και 50 Έλληνες (βλ.ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 6.6.43). Οι Ιταλοί σε εκδίκηση σκότωσαν 106 Έλληνες στη Λάρισα.

          Ο ΕΛΑΣ μετά από κάποιο διάστημα κατέλαβε το Σιδ.Σταθμό, αιχμαλώτισε τέσσερις Γερμανούς : 1) τον ανθυπολοχαγό Otto, 2) το λοχία Όσκαρ, 3) τον Ρούντολφ και 4) τον Μισέλ (οι οποίοι αργότερα τουφεκίστηκαν) και έκοψε και τη σιδ.γραμμή προς τα Πέντε Μύλια.

           Στις 6 Οκτωβρίου 1943 (6.10.43) μια δύναμη ΕΣ-ΕΣ από 40 περίπου άνδρες κατέφθασαν με μαύρες λιμουζίνες την ώρα που οι κάτοικοι ήταν στις δουλειές τους αι με πολυβόλα σκότωσαν έξι άτομα, που δεν πρόλαβαν να κρυφτούν. Αυτοί ήταν : 1) Γεώργιος Ιω. Πέτρου, 17 ετών, που βαριά τραυματισμένος φώναξε «έχε γεια κόσμε…», 2) Αθανάσιος Αντ. Κούτσικας, 3) Γεώργιος Κ.Καραίσκος (Βούκας), 4) Αθανάσιος Κ.Οικονόμου (Παπαδονάσιος), 5) Βασίλειος Μιχαήλ (Κοκκινογιάννης) και 6) Κων/νος Σανίδας.

            Καθ’ όλο αυτό το διάστημα μέχρι της αποχωρήσεως των Γερμανών, οι Καϊτσιώτες ζούσανε στα βουνά, στα λεγόμενα Κονάκια, φθάνοντας μέχρι Πάπα και Ρεντίνα για εξεύρεση τροφής.

 

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών

 

           Μετά την αποχώρηση των Γερμανών επακολούθησαν τα δεινά του επάρατου εμφυλίου, οι συνέπειες της συνθήκης της Βάρκιζας, η επιδρομή παρακρατικών στο χωριό, οι δίκες και οι θάνατοι χωριανών μας όλων των πολιτικών αποχρώσεων και η διάλυση του χωριού κατά το 1949.

            Τα καταστρεπτικά αποτελέσματα ενός εμφυλίου τα γνώριζε ανέκαθεν η εκκλησία, γι’ αυτό και δέεται προς αποφυγή «λιμού, λοιμού… εμφυλίου πολέμου».

           Το 1951 μετά τη λήξη του εμφυλίου οι Καϊτσιώτες επέστρεψαν στο κατεστραμμένο χωριό και άρχισαν ένα δύσκολο αγώνα για την ανόρθωσή του.

           Στα 1962 έγινε ο αναδασμός, στα 1969 η ηλεκτροδότηση και η υδροδότηση που συνεχώς βελτιώνεται.

          ‘Εφθασε έτσι το χωριό σε σημαντική ακμή. Τριάντα τρακτέρ, πλήρη, καλλιεργούν την έκταση των 8.300 στρεμμάτων, που τα περισσότερα ποτίζονται από τα 25 περίπου αρτεσιανά. Η δασική έκταση των 35.000 στρεμμάτων χρησιμοποιείται προς ξύλευση και βοσκή των 2.200 αιγοπροβάτων, που επέμειναν.

           Μια μεγάλη θλίψη, που κατέχει τους Καϊτσιώτες προέρχεται από το γεγονός της κλοπής από ασυνείδητους αρχαιοκάπηλους των αρχαιολογικών θησαυρών του χωριού, της επιτύμβιας στήλης του Ευτύχου από τη βρύση «Κατούρο» και των λειψάνων του Αγίου Πολυκάρπου και άλλων αξιόλογων στοιχείων, καθώς και οι αδιάκοπες παράνομες ανασκαφές, που συνεχίζονται δυστυχώς χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς να τους εμποδίσει.

 

ΙΒ’ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΊΤΣΑΣ ΚΤΑ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ   

         ΜΕΤΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ

                             ΕΘΝΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1941

 

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους το 1881, και τη σύσταση του Δήμου Ταμασίου εδραιώθηκαν οι κάτοικοι στην Καίτσα. Έτσι μπορούμε να δούμε πλέον και τα τέκνα της Καίτσας που έπεσαν θύματα κατά τις μετά το 1881 περιπέτειες του έθνους μας.

 

Ι. Κατά τον ατυχή πόλεμο του 1897 φονεύθηκαν οι :

 

1)Γεώργιος Αθ.Καπάλας, δήμαρχος Ταμασίου

2)Ν.Λύκος, από τον οποίο πήρε και η τοποθεσία που έπεσε το όνομα Λυκόρεμα

 

ΙΙ. Στη Μικρά Ασία σκοτώθηκαν :

 

1)Κων/νος Πέτρου, λοχαγός

2)Κων/νος Αποστ.Κατσούλης, στρατιώτης

3)Γεώργιος Βας. Μόσχος, στρατιώτης

4)Ιωάννης Ν.Γουρούνας, στρατιώτης

5)Βας.Κ.Τσεκούρας, στρατιώτης

6)Ηλίας Λάζου Λύτρας, στρατιώτης

7)Γεώργιος Λάζου Λύτρας, αδελφός του προηγούμενου, στρατιώτης

8)Ανδρέας Γεωργ.Καρασίκης, στρατιώτης

9)Κων/νος Αθ. Χούχος, σημαιοφόρος

10)Αθανάσιος Ιω. Καρανούτσος

11)Γεώργιος Ιω.Αργύρης

12)Γεώργιος Όθωνα Αλεξίου

      και οι προσωρινοί κάτοικοι Καίτσας

13)Απόστολος Μύτας

14)Χρήστος Παπαγιάννης, αξιωματικός

15)Κων/νος Παπαγεωργίου, λοχίας, σκοτώθηκε στη μάχη του Κιλκίς 1912-13

 

ΙΙΙ. Αιχμάλωτοι στη Μ.Ασία το 1922 ήταν οι :

 

1)Χρ.Κούτσικας

2)Δημ.Κούτσιικας

3)Δημ.Μπίκας

 

IV. Κατά τον Αλβανικό Πόλεμο :

 

1)Γεώργιος Ξενοφ. Βλαχάκης

2)Αντώνιος Αθ.Ψαλλίδας

 

 

V. Σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς :

 

1)Γεώργιος Ιω.Πέτρου

2)Αθανάσιος Αντ.Κούτσικας

3)Γεώργιος Κ.Καραϊσκος (Βούκας)

4)Αθανάσιος Κ.Οικονόμου (Παπαδονάσιος)

5)Βασίλειος Μιχαήλ (Κοκκινογιάννης)

6)Κων/νος Σανίδας

7)Αθανάσιος Ντέρης ή Δέρης, τυφλός, που κρεμάστηκε στο καμπαναριό

8)Μπίκα Βασιλική

9)Ευάγγελος Κων.Βαρβατάκης

10)Δημήτριος Παπακωνσταντίνου (από αεροπλάνο)

11)Αθανάσιος Κουτρούμπας

12)Νάκος Σιόβας

13)Ευάγγ.Μαντάς (από αεροπλάνο)

14)Χαρίλαος Δ.Γουρούνας

15)Ηλίας Καπάλας, που έμενε στην Κατερίνη

     Οι πρώτοι επτά (7) στις 6/10/1943.

 

Δεν γίνεται αναφορά στην εξιστόρηση και τα δεινά του εμφυλίου με τα 80 και πλέον θύματα εκατέρωθεν, αφού αυτό αποτελεί αντικείμενο άλλης εργασίας.

 

ΙΓ΄  ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΪΤΣΑΣ

 

1.Ιεροί Ναοί και εξωκκλήσια

 

Κεντρικοί ναοί

1)Αγίου Νικολάου, κεντρικός ενοριακός ναός

2)Αγ.Δημητρίου (οικοδομήθηκε με πρωτοβουλία του ηγούμενου της Μονής Κορώνας 

   Ιακώβου Κουτρούμπα, 1892-1967).

3)Αγίου Πολυκάρπου (εγκαίνια 1988). Από όπου την 1.1.1991 έκλεψαν την κάρα του

   Αγίου Πολυκάρπου. Οι ελπίδες για την ανεύρεσή του δεν έλειψαν.

 

Εξωκκλήσια

4)Της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

5)Του Αγίου Γεωργίου

6)Της Αγίας Παρασκευής

7)Του Αγίου Παντελεήμονος (με πρωτοβουλία του ηγούμενου Ιακώβου

   Κουτρούμπα)

8)Των Αγίων Αναργύρων (στα Λουτρά)

 

2.Ιερείς γνωστοί μέχρι τώρα

 

Παπαθανάσης Καρατσαλής

Παπαβάϊος Καρατσαλής

Παπακωνσταντίνου

Παπαστυλιανού Στυλ., 1924

Παπατσάκας

Παπαδιαμαντής

Παπατσάτσος Κων.

Παπακώστας Οικονόμου

Παπαγιάννης Καρατσαλής

Παπαμάξιμος Συρίγος

Π.Δημήτριος Χαίνης

 

3.Επιστήμονες παλαιοί

Ι.Δάσκαλοι των οποίων διασώθηκαν τα ονόματα :

1) Κριμόπουλος Ματθαίος, 1883, 2)Ιωάννης Οικονόμου, 3) Μπουργανός,

4) Καραγιάννης, 5)Αθαν.Απ.Τσεκούρας, 6) Αργυρόπουλος, τον οποίο σκότωσε ο Μιχάλης Μαστροδημήτρης, μικρασιάτης, εγκατασταθείς στην Καίτσα, διότι εκείνος αρραβωνιάστηκε την αδελφή του Μαστροδημήτρη και ύστερα ματαίωσε το γάμο.

 

ΙΙ.Νεότεροι εκπαιδευτικοί :

Γεώργιος Καπάλας,Αντώνιος Οικονόμου,Αθανάσιος Κλασίνας,Λάμπρος Μακρής, Παγούρας, Ταγκαλάκης Γεώργιος, Κούτσικα Αμαλία κλπ. Παλιός φιλόλογος Λυκειάρχης ο Κώστας Τσεκούρας, Γεν.Επιθεωρητής Μέσης Εκπ.Δημήτριος Γ. Κουτρούμπας, κλπ.

 

ΙΙΙ.Παλαιοί Καϊτσιώτες γιατροί :

 

1)Αντώνιος Καπάλας (1850-1926), που έλαβε μέρος και στην επανάσταση του 1878 ως επιτελικός γιατρός του σωματάρχη και αργότερα πολιτευτή Δ.Τερτίπη.

2)Αθανάσιος Γ.Καπάλας (+1951), μετεκπαιδευθείς στη Γαλλία, που έλαβε μέρος και στους βαλκανικούς πολέμους 1912-1913.

3)Αντώνιος Ν.Καπάλας, φαρμακοποιός (1901-1958)

4)Παπαγεωργίου Ιωάννης

5)Δημοσθένης Καρπούζας

6)Παύλος Καπάλας

7)Αλκιβιάδης Σιόβας

8)Ιω.Καρπούζας, Καθηγητής Πανεπ/μίου, κλπ.

 

IV. Παλιοί Καϊτσιώτες δικηγόροι :

Χρήστος Γ.Κουτρούμπας, Αθανάσιος Πέτρου, Γεώργιος Καπάλας, Γεώργιος Δ. Κουτρούμπας τ. υποθηκοφύλακας Βόλου.

 

Δεν αναφέρονται ονόματα της νεώτερης γενιάς των επιστημόνων, που είναι πολλοί, και θα δημοσιευθούν σε άλλη εργασία.

 

4.Η κίνηση του πληθυσμού της Καίτσας 1881 – 1991

 

Κατά την απογραφή που έγινε μετά την απελευθέρωση το 1881 (ΦΕΚ, παρ/μα 112/27.11.1881) οι κάτοικοι της Καίτσας ήταν 438 (214 άνδρες, 123 γυναίκες) και σύμφωνα με τον εκλογικό κατάλογο του 1883 οι ψηφοφόροι 114.

Το 1889 κάτοικοι 659

1896                        736

1907                    1.107

1920                    1.072

1928                    1.348 (πλέον Σιδ.Σταθμό 147)

1940                    1.207 (+ Αγγείαι 147, Λουτρά 19)

1951                        888 (+ 35 Λουτρών Καίτσης)

1961                     988 (+ 23 Λουτρών Καίτσης)

1971                     720 (+ 6 Λουτρών Καίτσης)

1981                     567

1991                     508

 

Πρόεδροι Κοινότητας Μακρυρράχης

 

Μετά την κατάργηση του Δήμου Τσαμασίου και τη λήξη της θητείας του τελευταίου Δημάρχου Καϊτσιώτη Δημήτρη Αθ.Καπάλα το 1914 πρόεδροι Κοινότητας χρημάτισαν οι : 1)Ξενιώτης Χρ. (1914-1928), 2) Κούτσικας Ευαγ. (1928-1932), 3)Καρατσαλής Χρ. (1932-1946), 4)Πέτρου Χρ. Του Ι. (1946-1949), 5)Οικονόμου Νικ. (1949-1950), 6)Οικονόμου Δημ. (1950-1951), 7)Καρασίκης Γεώργ. (1951-1956), 8)Πέτρου Χρ. Του Ι. (1956-1960), 9)Μαντάς Χρ. Του Ν. (1960-1962),10)Οικονόμου Αθαν.Κων/νος (1962-1964), 11)Τσιάγκας Βασίλ. (1964-1967), 12) Μονιάκης Εμμαν. (1967-1972), 13) Αμβράζης Δημ.Πολύκαρπος (1972-1974), 14)Μόσχος Γ.Ιωάννης (1974-1981) και 15) Καραίσκος Αθαν. (1981 -….).

 

Γραμματείς Κοινότητας

Οικονόμου Ιω., δάσκαλος (1912-1926), Κουτρούμπας Αριστείδης, δικηγόρος (1926-1940). Ακολούθησαν οι Αθανάσιος Μαντάς,Κ.Κούτσικας, Ν.Τσιάγκας, Κων.Χρ.Πέτρου, Ιω.Γ.Πέτρου, Αθαν.Γ.Πέτρου, Ιω.Γ.Πέτρου, και από το 1962 κ.ε. ο Αθανάσιος Γ.Παπαθανασίου.

 

5.Σημαντικές χρονολογίες

 

Κοινότητα Μακρυρράχης : Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Καίτσα. Μετονομάστηκε σε Μακρυρράχη το 1928 (Δ/γμα της 12.3.1928 – ΦΕΚ 81/14.5.1928 τ. Α’). Προήλθε από τον τέως Δήμο Ταμασίου της επαρχίας Καρδίτσας του Νομού Τρικάλων. Αναγνωρίστηκε σε κοινότητα το 1912 (Β.Δ. 29/8/1912-ΦΕΚ 261/31.8.1912 τ.Α΄) και αποτελέστηκε από τους συνοικισμούς Καίτσα και Πάπα. Ο συνοικισμός Πάπα (νυν Μεσοχώρα) ανεξαρτοποιήθηκε και αναγνωρίστηκε σε ίδια κοινότητα το 1919 (Β.Δ.14/3/1919, ΦΕΚ 66/1919). Η κοινότητα Μακρυρράχης αποσπάστηκε από το Νομό Καρδίτσας και προσαρτήθηκε στο νομό Φθιώτιδας (επαρχία Δομοκού) το 1974 (Δ/γμα 479/1974 – ΦΕΚ 187/2.7.1974 τ.Α΄).

 

 

 

 

α/α

ΕΠΩΝΥΜΟΝ

 

Ο   ONOMA

ΟΝΟΜΑ

ΤΟΥ

ΠΑΤΡΟΣ

ΗΛΙΚΙΑ

ΕΠΑΓΓΕΛ

Ή

ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑ

ΕΝΕΣΤΩΣΑ

ΔΙΑΜΟΝΗ

1

ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΟΘΩΝ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

29

ΕΡΓΑΤΗΣ

ΚΑΪΤΖΑ

2

ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΑΘΑΝ

ΑΠΟΣΤ

46

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΪΤΖΑ

3

ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΝΙΚΟΛ

ΓΕΩΡΓ

24

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΪΤΖΑ

4

ΑΡΓΥΡΗΣ

 

ΖΑΧΟΣ

ΑΠΟΣΤ

47

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΪΤΖΑ

5

ΑΡΓΥΡΗΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΔΗΜΗΤΡ

29

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

6

ΑΡΓΥΡΗΣ

 

ΑΠΟΣΤΟΛ

ΙΩΑΝΝΗΣ

34

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΤΣΙΟΠΑ ΔΟΜ

7

ΑΡΓΥΡΗΣ

 

ΔΗΜ

ΙΩΑΝΝΗΣ

28

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΤΣΙΟΠΑ ΔΟΜ

8

ΑΡΓΥΡΗΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

23

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΤΣΙΟΠΑ ΔΟΜ

9

ΒΛΑΧΑΚΗΣ

 

ΔΗΜ

ΑΠΟΣΤ

46

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

10

ΒΛΑΧΑΚΗΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΑΠΟΣΤ

31

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

11

ΒΑΣΙΑΝΤΩΝΗΣ

 

ΑΠΟΣΤΟΛ

ΑΝΤΩΝ

22

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

12

ΓΚΑΜΗΤΣΟΣ

 

ΑΠΟΣΤΟΛ

ΔΗΜΗΤΡ

56

ΒΟΥΚΟΛΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

13

ΓΟΥΡΟΥΝΑΣ

 

ΝΙΚΟΛ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

38

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

14

ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

39

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

15

ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

66

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

16

ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

 

ΔΗΜ

ΙΩΑΝΝΗΣ

38

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

17

ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΓΕΩΡΓ

31

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

18

ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

 

ΝΙΚΟΛ

ΙΩΑΝΝΗΣ

36

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

19

ΖΑΒΟΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

29

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

20

ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΧΑΡΑΛ

ΖΑΧΑΡΙΑΣ

56

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

21

ΚΑΠΕΛΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΘΑΝΑΣ

31

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

22

ΚΑΠΕΛΑΣ

 

ΝΙΚΟΛ

ΑΘΑΝΑΣ

27

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

23

ΚΑΡΑΊΣΚΟΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

36

ΕΡΓΑΤΗΣ

ΚΑΙΤΖΑ

24

ΚΑΡΑΊΣΚΟΣ

 

ΚΑΛΟΥΣΗΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

32

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

25

ΚΑΡΑΊΣΚΟΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

23

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

26

ΚΑΡΑΤΖΑΛΗΣ

 

ΒΑΙΟΣ

ΖΑΧΑΡΙΑΣ

31

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

27

ΚΑΡΑΤΖΑΛΗΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΖΑΧΑΡΙΑΣ

36

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

28

ΚΑΡΑΤΖΑΛΗΣ

 

ΔΗΜ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

41

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

29

ΚΑΡΑΝΟΥΤΖΟΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

36

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

30

ΚΑΡΑΝΟΥΤΖΟΣ

 

ΔΗΜ

ΙΩΑΝΝΗΣ

39

ΕΡΓΑΤΗΣ

ΚΑΙΤΖΑ

31

ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

41

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

32

ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

29

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

33

ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ

 

ΑΘΑΝ

ΙΩΑΝΝΗΣ

27

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

34

ΚΑΤΖΙΟΥΛΑΣ

 

ΑΘΑΝ

ΓΕΩΡΓ

24

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

35

ΚΑΤΖΙΟΥΛΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΔΗΜΗΤΡ

44

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

36

ΚΟΝΤΟΣ

 

ΔΗΜ

ΑΠΟΣΤ

31

ΕΡΓΑΤΗΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

37

ΚΟΤΖΙΩΛΗΣ

 

ΑΘΑΝ

ΑΠΟΣΤ

30

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

38

ΚΟΤΖΙΑΛΑΣ

 

ΔΗΜ

ΙΩΑΝΝΗΣ

36

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

39

ΚΟΤΖΙΑΛΑΣ

 

ΕΛΕΥΘ

ΑΝΤΩΝ

48

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

40

ΚΟΤΡΟΥΜΠΑΣ

 

ΕΥΑΓΓΕΛ

ΓΕΩΡΓ

35

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

41

ΚΟΤΡΟΥΜΠΑΣ

 

ΑΠΟΣΤΟΛ

ΓΕΩΡΓ

44

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

42

ΚΟΤΡΟΥΜΠΑΣ

 

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΝΙΚΟΛ

25

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

43

ΚΟΝΤΕΣΑΣ

 

ΝΙΚΟΛ

ΓΕΩΡΓ

39

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

44

ΚΟΝΤΕΣΑΣ

 

ΒΑΣΙΛ

ΓΕΩΡΓ

33

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

45

ΚΟΝΤΕΣΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΛΕΞΙΟΣ

101

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

46

ΚΟΥΤΖΙΚΟΣ

 

ΔΗΜ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

23

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

47

ΚΟΥΤΖΙΚΟΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΑΝΤΩΝ

46

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

48

ΚΟΥΤΖΙΚΟΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΝΤΩΝ

36

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

49

ΚΟΥΒΕΛΟΣ

 

ΙΩΑΝ

ΓΕΩΡΓ

61

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

50

ΚΟΥΒΕΛΟΣ

 

ΝΙΚΟΛ

ΙΩΑΝΝΗΣ

34

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

51

ΚΟΥΒΕΛΟΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

29

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

52

ΚΡΟΥΠΑΣ

 

ΑΘΑΝΑΣ

ΚΩΝ/ΝΤΗΣ

48

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

53

ΚΡΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΜΑΤΘΑΙΟΣ

 

34

ΔΙΔ/ΛΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

54

ΛΑΖΟΣ

 

ΔΗΜ

ΓΕΩΡΓ

25

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

55

ΛΙΑΣΠΙΩΤΗΣ

 

ΔΗΜ

ΑΠΟΣΤ

41

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΘΕΡΙ ΣΠ

56

ΛΥΤΡΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΝΑΓΝ.

51

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΔΑΟΥΚΛΗ ΔΟ

57

ΜΑΝΤΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

50

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

58

ΜΑΝΤΑΣ

 

ΣΤΥΛΙΑΝ

ΑΠΟΣΤ

46

ΒΟΥΚΟΛ

ΚΑΙΤΖΑ

59

ΜΑΝΤΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΣΤΥΛΙΑΝ

22

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

60

ΜΑΧΑΙΡΑΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΓΕΩΡΓ

49

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

61

ΜΑΧΑΙΡΑΣ

 

ΑΠΟΣΤΟΛ

ΓΕΩΡΓ

46

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

62

ΜΑΧΑΙΡΑΣ

 

ΙΩΑΝ

ΚΩΝ

24

ΚΤΗΝΟΤΡ

ΚΑΙΤΖΑ

63

ΜΑΦΟΥΝΗΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

43

ΕΜΠΟΡΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

64

ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΣΠΥΡ

ΜΑΝΩΛ

52

ΕΡΓΑΤΗΣ

ΚΑΙΤΖΑ

65

ΜΙΧΑΗΛ

 

ΔΗΜ

ΑΠΟΣΤ

46

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

66

ΜΙΧΑΗΛ

 

ΝΙΚΟΛ

ΙΩΑΝΝΗΣ

41

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

67

ΜΟΣΧΟΣ

 

ΙΩΑΝ

ΑΝΤΩΝ

63

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

68

ΜΟΣΧΟΣ

 

ΒΑΣΙΛ

ΙΩΑΝΝΗΣ

28

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

69

ΜΟΣΧΟΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

25

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

70

ΜΟΣΧΟΣ

 

ΕΥΑΓΓΕΛ

ΙΩΑΝΝΗΣ

23

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

71

ΜΕΛΟΥΖΟΣ

 

ΔΗΜ

ΑΠΟΣΤ

48

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

72

ΜΕΛΟΥΖΟΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΑΠΟΣΤ

36

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

73

ΜΠΟΥΡΑΣ

 

ΔΗΜ

ΑΠΟΣΤ

44

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

74

ΜΠΛΟΥΖΟΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΑΠΟΣΤ

36

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

75

ΜΠΟΥΡΑΣ

 

ΔΗΜ

ΑΠΟΣΤ

44

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

76

ΜΠΟΥΡΑΣ

 

ΙΩΑΝ

ΑΠΟΣΤ

48

ΕΡΓΑΤΗΣ

ΚΑΙΤΖΑ

77

ΜΠΟΥΡΑΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

23

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

78

ΜΠΡΟΥΖΑΣ

 

ΖΑΧΑΡΙΑΣ

ΔΗΜΗΤΡ

27

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

79

ΝΤΑΛΙΑΝΗΣ

 

ΝΙΚΟΛ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

39

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

80

ΝΤΕΡΗΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

41

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

81

ΝΤΕΡΗΣ

 

ΙΩΑΝ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

48

ΕΡΓΑΤΗΣ

ΚΑΙΤΖΑ

82

ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΔΗΜΗΤΡ

32

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

83

ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΔΗΜΗΤΡ

29

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

84

ΠΑΤΡΙΠΑΣ

 

ΔΗΜ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

49

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

85

ΠΑΝΟΒΛΕΠΤΗΣ

 

ΝΙΚΟΛ

ΑΝΑΓΝ.

61

ΚΤΗΝΟΤΡ

ΚΑΙΤΖΑ

86

ΠΑΝΟΒΛΕΠΤΗΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΝΙΚΟΛ

27

ΚΤΗΝΟΤΡ

ΚΑΙΤΖΑ

87

ΣΑΝΙΔΑΣ

 

ΔΗΜ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

44

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

88

ΣΟΥΦΛΗΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΑΘΑΝΑΣ

49

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΦΡΑΝΤΖΗ

89

ΣΠΟΥΡΝΙΑΣ

 

ΑΘΑΝΑΣ

ΔΗΜ

32

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

90

ΣΠΟΥΡΝΙΑΣ

 

ΝΙΚΟΛ

ΑΘΑΝΑΣ

35

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

91

ΣΠΟΥΡΝΙΑΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΔΗΜ

38

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

92

ΣΠΟΥΡΝΙΑΣ

 

ΘΕΜΙΣΤ

ΔΗΜ

28

ΚΤΗΝΟΤΡ

ΚΑΙΤΖΑ

93

ΣΤΕΦΑΝΗΣ

 

ΔΗΜ

ΚΩΝ/ΝΟΣ

29

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

94

ΤΖΕΛΟΣ

 

ΑΘΑΝΑΣ

ΑΠΟΣΤ

34

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

95

ΤΖΑΜΑΣΙΩΤΗΣ

 

ΑΝΤΩΝΙΟΣ

ΔΗΜ

28

ΚΤΗΝΟΤΡ

ΚΑΙΤΖΑ

96

ΤΖΙΑΓΚΟΣ

 

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΑΘΑΝΑΣ

28

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

97

ΤΖΙΑΓΚΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΘΑΝΑΣ

23

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

98

ΤΖΙΑΓΚΑΣ

 

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

ΑΘΑΝΑΣ

21

ΚΤΗΝΟΤΡ

ΚΑΙΤΖΑ

99

ΤΖΙΑΝΑΣ

 

ΧΑΡΑΛ

 

33

ΚΤΗΝΟΤΡ

ΚΑΙΤΖΑ

100

ΤΖΕΛΟΣ

 

ΔΗΜ

ΑΠΟΣΤ

28

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

101

ΤΖΕΛΟΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΠΟΣΤ

46

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

102

ΤΖΙΚΟΥΡΑΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΑΘΑΝΑΣ

31

 

ΚΑΙΤΖΑ

103

ΤΖΙΚΟΥΡΑΣ

 

ΑΠΟΣΤΟΛ

ΑΘΑΝΑΣ

33

 

ΚΑΙΤΖΑ

104

ΤΖΙΚΟΥΡΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΘΑΝΑΣ

41

 

ΚΑΙΤΖΑ

105

ΤΖΙΟΓΚΑΣ

 

ΚΥΡΙΑΖΗΣ

ΑΠΟΣΤ

42

ΚΡΕΟΠΩΛ

ΚΑΙΤΖΑ

106

ΤΖΙΟΓΚΑΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΔΗΜ

25

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

107

ΤΖΟΛΦΑΣ

 

ΙΩΑΝΝΗΣ

ΔΗΜ

22

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

108

ΦΕΡΑΤΗΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΖΑΧΑΡΙΑΣ

43

ΕΡΓΑΤΗΣ

ΚΑΙΤΖΑ

109

ΦΕΡΑΤΗΣ

 

ΚΩΝΣΤΑΣ

ΖΑΧΑΡΙΑΣ

41

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

110

ΨΑΛΛΙΔΑΣ

 

ΣΩΤΗΡΙΟΣ

ΓΕΩΡΓ

66

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

111

ΨΑΛΛΙΔΑΣ

 

ΒΑΣΙΛ

ΣΩΤΗΡ

24

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

112

ΨΑΛΛΙΔΑΣ

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ

ΠΑΝΑΓ

26

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

113

ΨΑΛΛΙΔΑΣ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΠΑΝΑΓ

24

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

114

ΨΑΛΛΙΔΑΣ

 

ΔΗΜ

ΠΑΝΑΓ

23

ΓΕΩΡΓΟΣ

ΚΑΙΤΖΑ

 

 

Εν Καρδίτση 17 Φεβρουαρίου 1883

Εθεωρήθη

Ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών

Γ.Ζαχαριάδης

 

 

ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

 

    Στους παλιότερους Καϊτσιώτες μένει βαθιά χαραγμένη η παλιά ζωή. Νιώθουμε πάντα μέσα μας την παλιά φυσιογνωμία του χωριού, την εικόνα του, την παρουσία του και τη σφραγίδα του, τη σκιά του, που μας ακολουθεί στον τρόπο της ομιλίας και της ζωής μας. Θυμόμαστε το γεωργιλίκι, τα γουρουνοτσάρουχα, το φορτωμένο ζώο με τ’αλέτρι, τη μπουγάτσα που έψηνε η μανούλα μας στη γάστρα και το παντεσπάνι (μπομπότα !), τα ξενύχτια για ξεφλούδισμα του καλαμποκιού και του αρμαθιάσματος καπνού….

     Αισθανόμεθα πάντοτε μέσα μας ατόφια την παλιά Καίτσα, είμαστε όμως υπερήφανοι, γιατί η παλιά μιζέρια μας ώθησε στη σημερινή εξέλιξη και την πρόοδο, στην επιστήμη, στην εκπαίδευση, στο στρατό, στην αστυνομία, στις επιχειρήσεις και σε κάθε επάγγελμα. Ευτύχησε η Καίτσα να έχει σήμερα Καθηγητές Πανεπιστημίου, Γενικούς Επιθεωρητές, Στρατηγούς, Εφόρους, Μεγαλοεκδότες, Επιχειρηματίες, Καθηγητές και Δασκάλους, Αστυνομικούς Διευθυντές και Εκπροσώπους σε κάθε κλάδο.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Νιώθω ευτυχής που μετά από αρκετό καιρό ανανεώνεται και πάλι η τόσο πολύτιμη αυτή ιστοσελίδα του χωριού μας. Και μάλιστα με ένα τόσο σπουδαίο κείμενο, που αφορά όλους όσους νιώθουμε ότι είμαστε κομμάτι της Μακρυρράχης, και όχι μόνο.
Συγχαρητήρια σε όσους ασχολήθηκαν και εύχομαι και στο μέλλον να βλέπουμε τόσο ωραία κείμενα και αρκετό φωτογραφικό υλικό από τις ομορφιές του τόπου μας.

Με σεβασμό,
Κυριακόπουλος Παναγιώτης.